ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευχή ή κατάρα για το City η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε.;

brexit--3

Θα φέρει το τέλος του City η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. ή μήπως θα λάβει μεγαλύτερη ώθηση όταν η βρετανική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό κέντρο του Λονδίνου απαλλαγούν από τα δεσμά των Βρυξελλών;

Το ερώτημα φαίνεται να αποτελεί τον σκληρό πυρήνα όλης της προβληματικής για τις συνέπειες που θα έχει το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου εάν υπερισχύσει η θέση υπέρ της αποχώρησης. Επιχειρώντας, έτσι, μια ψύχραιμη αποτίμηση των πιθανών οικονομικών συνεπειών ενός Brexit, όπως καθιερώθηκε πλέον να αποκαλείται η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε., η βρετανική εφημερίδα απευθύνθηκε σε παράγοντες της βρετανικής οικονομίας δίνοντας τη δέουσα προτεραιότητα στο City του Λονδίνου.

Ως αντιπροσώπους των δύο αντίθετων προσεγγίσεων επικαλείται αφενός τον Τζέιμι Ντάιμον, διευθύνοντα σύμβουλο της JPMorgan, και αφετέρου τον Αντρέ Βιλενέβ, πρώην πρόεδρο του Χρηματιστηρίου Παραγώγων του Λονδίνου. Ο πρώτος προεξοφλεί ότι σε περίπτωση αποχώρησης της Βρετανίας από την Ε.Ε. οι κραδασμοί στο City θα αντιστρέψουν δεκαετίες δυναμικής ανάπτυξης των διεθνών τραπεζών του Λονδίνου, ενώ θα κλονίσουν την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Στον αντίποδα ο κ. Βιλενέβ, που υπενθυμίζει ότι είχαν διατυπωθεί ανάλογες εσχατολογικές προφητείες και όταν η Βρετανία αποφάσισε να μην ενταχθεί στο ευρώ, αλλά δεν υλοποιήθηκε καμία από αυτές.

Οπως επισημαίνει, όμως, η βρετανική εφημερίδα, το ζήτημα είναι κατά πόσον οι δυσοίωνες προειδοποιήσεις είναι σήμερα εξίσου ανεδαφικές όσο ήταν κι εκείνες στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Μοναδική απώλεια για το Λονδίνο ήταν ότι κέρδισε η Φρανκφούρτη τα προθεσμιακά συμβόλαια των ομολόγων του γερμανικού δημοσίου, των Bunds.

Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν το 1/10 του βρετανικού ΑΕΠ και οι ανταγωνιστές του City καιροφυλακτούν. Νέα Υόρκη, Φρανκφούρτη και Δουβλίνο εποφθαλμιούν τις δραστηριότητες του Λονδίνου για την Ευρώπη όπως, άλλωστε, και η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και το Τόκιο. Σύμφωνα, όμως, με τον Γκίντερ Ντούνκελ, διευθύνοντα σύμβουλο της γερμανικής τράπεζας NordLB, «ίσως η Φρανκφούρτη να αποσπάσει τμήμα των δραστηριοτήτων από το Λονδίνο αλλά μια κατακερματισμένη Ευρώπη θα είναι μια πιο αδύναμη Ευρώπη στον κόσμο». Οπως επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα, στην πλειονότητά του το χρηματοπιστωτικό κέντρο του City υποστηρίζει την παραμονή στην Ε.Ε. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Goldman Sachs, που έχει δαπανήσει 500.000 δολάρια στην εκστρατεία υπέρ της παραμονής.

Σίγουρα η επιτυχία του City οφείλεται εν μέρει στην πρόσβαση του κλάδου στην ενιαία αγορά της Ε.Ε. καθώς διεθνείς επενδυτικές τράπεζες και ασφαλιστικές χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια το Λονδίνο ως βάση τους συνολικά για τις δραστηριότητές τους στην Ευρώπη. Σήμερα ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της Βρετανίας διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία αξίας 1 τρισ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά την απασχόληση, το 11% των εργαζομένων στο City, τουλάχιστον 38.000 άτομα, προέρχεται από χώρες-μέλη της Ε.Ε. εκτός της Βρετανίας. Οι αμερικανικές τράπεζες έχουν τοποθετήσει στη Βρετανία κεφάλαια άνω του 1,3 τρισ. ευρώ, συχνά για την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Υπάρχει, όμως, μια άλλη κατηγορία παραγόντων του City που εναντιώνονται με πάθος στην παραμονή της Βρετανίας εντός Ε.Ε. Μεγάλο μέρος της βιομηχανίας των hedge funds επιμένει πως η έξοδος από την Ε.Ε. θα διευρύνει τις δυνατότητές τους και θα αποβεί προς όφελος της βρετανικής οικονομίας.

Ανάμεσά τους ο Κρίσπιν Οντέι, ιδρυτής του hedge fund Odey Management, που προσάπτει στην Ευρώπη πως «έχει μετατρέψει τη Βρετανία σε αποικία ενώ ήταν αυτοκρατορία και οι Βρετανοί δεν συνηθίζουν να υπακούουν κανόνες που δεν έχουν θεσπίσει οι ίδιοι».

Πλήγματα

Τρία συγκεκριμένα πλήγματα θα δεχθεί η βρετανική οικονομία σε περίπτωση Brexit σύμφωνα με έρευνα της Bloomberg Intelligence: Θα πληγεί η εμπιστοσύνη, καταναλωτική και επιχειρηματική, καθώς οι επιχειρήσεις θα μειώσουν τις επενδύσεις και τα νοικοκυριά θα αυξήσουν την αποταμίευση με συνεπακόλουθη πτώση της ζήτησης κατά 1,5%. Θα πληγούν οι βρετανικές τράπεζες που θα θεωρούνται πιο ριψοκίνδυνες με συνεπακόλουθη άνοδο του επιτοκίου διατραπεζικής κατά 1%. Τέλος, θα πληγεί η στερλίνα που θα υποτιμηθεί πιθανώς κατά 10%, καθώς θα στερέψουν οι άμεσες ξένες επενδύσεις. Μοιραία θα επιταχυνθεί ο πληθωρισμός για να επιβραδυνθεί ανησυχητικά στη συνέχεια εξαιτίας του πλεονάσματος παραγωγής. Βάσει αυτών των επιπτώσεων, η Bloomberg Intelligence υπολογίζει πως αρχικά θα επιβραδυνθεί η ανάπτυξη της Βρετανίας κατά 0,4% το 2016 και κατά 0,9% το 2017. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα πως από το 2018 θα είναι υψηλότεροι οι ρυθμοί ανάπτυξης στη Βρετανία που, πάντως, θα αντιμετωπίζει πρόβλημα πλεονασματικής παραγωγικής δυνατότητας.

43 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ενωση

Ισως το πραγματικό ερώτημα στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου για την παραμονή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση να συνοψίζεται στο κατά πόσον η ένταξή της σε αυτήν πριν από 43 χρόνια τελικά ενίσχυσε ή έπληξε τη βρετανική οικονομία. Η σχετική έρευνα των Financial Times διαπίστωσε ότι, αμέσως μετά την ένταξη το 1973, χιλιάδες βρετανικές επιχειρήσεις βρέθηκαν σε δυσχερέστατη θέση καθώς αντιμετώπιζαν τον ανταγωνισμό άλλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων αλλά και αυξημένο κόστος, έχοντας χάσει τους προνομιακούς δεσμούς που παραδοσιακά διατηρούσε η Βρετανία με τις άλλοτε αποικίες της.

Δυσκολίες

Οι δυσκολίες διήρκεσαν αρκετά χρόνια και τελικά οδήγησαν στην εξαφάνιση ορισμένων σημαντικών βρετανικών επιχειρήσεων. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις δύο εθνικών «τιτάνων» της Βρετανίας που κατέρρευσαν: της British Leyland, της πάλαι ποτέ πανίσχυρης βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως και του βιομηχανικού ομίλου ICI. Παράλληλα, όμως, κάποιες άλλες βρετανικές επιχειρήσεις υιοθέτησαν πιο σύγχρονες μεθόδους, επένδυσαν στο ανθρώπινο δυναμικό τους και στην έρευνα και πολλές τα κατάφεραν. Κάποιες κατόρθωσαν, μάλιστα, να υπερισχύσουν των ανταγωνιστών τους της Γερμανίας αγοράζοντας μονάδες παραγωγής σε Γερμανία, Ισπανία και Πολωνία. Ο λόγος που αναδύθηκαν ισχυρότερες όσες επέζησαν του ανταγωνισμού ήταν η απρόσκοπτη πρόσβαση που απέκτησαν σε μια αγορά 500 εκατ. ατόμων.

Οπως επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα, το ζήτημα δεν είναι πόσες επιχειρήσεις ή θέσεις εργασίας προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ενωση στη Βρετανία αλλά το πώς διαμόρφωσε την οικονομία της. Η ανάπτυξη της Βρετανίας ήταν πολύ ασθενέστερη της αντίστοιχης στις τρεις ιδρυτικές χώρες τής τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία. Στα 15 χρόνια που μεσολάβησαν από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας το 1958 μέχρι την ένταξη της Βρετανίας το 1973, οι τρεις ιδρυτικές χώρες είχαν σημειώσει κατά κεφαλήν ανάπτυξη 95% ενώ η Βρετανία μόνον 50%. Μετά την ένταξή της, όμως, η Βρετανία άρχισε να ανεβάζει ταχύτητα και ξεπέρασε τις άλλες τρεις στα 43 χρόνια που μεσολάβησαν. Μάλλον διαψεύδεται, άλλωστε, το γνωστό επιχείρημα ευρωσκεπτικιστών ότι η παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ενωση κοστίζει στη Βρετανία 69,6 εκατ. ευρώ την ημέρα. Πέρυσι οι εισφορές της στα ευρωπαϊκά ταμεία περιορίστηκαν στα 16,45 δισ. ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα έλαβε από τα ευρωπαϊκά ταμεία περίπου 7,5 δισ. ευρώ ως επιδοτήσεις στον αγροτικό της τομέα, στις περιφέρειες και στον ιδιωτικό τομέα.