ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι αναδυόμενες οικονομίες «αιμορραγούν»

brazilia

Οι αναδυόμενες οικονομίες πρόκειται να υποστούν σοβαρή επιβράδυνση κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, ο ρυθμός ανάπτυξης θα περιοριστεί στο 3,8%, φέτος, πρόβλεψη που αντανακλά το χαμηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και συμπίπτει μόνον με το 2001, όπου είχε καταγραφεί συρρίκνωση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης. Και είναι σημαντικό να σημειώσει κανείς πως η επιβράδυνση στην Κίνα αλλά και η μεγάλη ύφεση που επικρατεί στη Ρωσία και τη Βραζιλία εξηγούν μόνον ένα μέρος αυτής της μεγάλης υποχώρησης των ρυθμών ανάπτυξης.
Πράγματι, η υποχώρηση της ζήτησης για πρώτες ύλες από την Κίνα, που απορροφά σχεδόν το ήμισυ της κατανάλωσης των βασικών μετάλλων, αιτιολογεί την απότομη πτώση των τιμών που έχει πλήξει τα έσοδα των οικονομιών στη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Οντως, στην έκθεση του ΟΟΣΑ περιλαμβάνονται 29 οικονομίες που επηρεάζονται από την επιβράδυνση της Κίνας. Επιπροσθέτως, η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου κατά 60% από τον Ιούλιο του 2014 έχει υπονομεύσει την αναπτυξιακή προοπτική των οικονομιών που εξαρτιόνται από τις εξαγωγές πετρελαίου.

Η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας εντοπίζεται, ωστόσο, στις τεράστιες εκροές κεφαλαίων. Το χρονικό διάστημα 2009-2014, οι καθαρές εισροές κεφαλαίων, αφαιρούμενων των εκροών, ανήλθαν στα 2,2 δισ. δολάρια σε όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες, εν μέρει χάρη στα μέτρα ποσοτικής στήριξης των αναπτυγμένων οικονομιών που μείωσαν τα επιτόκια κοντά στο μηδέν.

Η αναζήτηση για υψηλότερες αποδόσεις οδήγησαν τους επενδυτές και τους κερδοσκόπους στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι εισροές αύξησαν τη μόχλευση, ώθησαν σε υψηλά επίπεδα τις τιμές των μετοχών και σε ορισμένες περιπτώσεις πυροδότησαν απότομη ανατίμηση των τιμών των εμπορευμάτων.

Η συνολική κεφαλαιοποίηση των εισηγμένων εταιρειών στο Μουμπάι, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Σαν Πάολο και τη Σανγκάη, για παράδειγμα, σχεδόν τριπλασιάστηκε τα χρόνια που ακολούθησαν τη χρηματοπιστωτική κρίση. Οι χρηματιστηριακές αγορές και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες παρουσίασαν μεγάλη άνοδο εκείνη τη χρονική περίοδο.

Βέβαια, έκτοτε οι ροές κεφαλαίων αντιστρέφονται σε αρνητικό πρόσημο, με τις καθαρές εκροές από τις αναπτυσσόμενες χώρες να υπερβαίνουν τα 600 δισ. δολ. το 2015, ποσό που ξεπερνά το ένα τέταρτο των κεφαλαίων που διοχετεύθηκαν όλη την προηγούμενη εξαετία. Οι μεγαλύτερες εκροές έχουν συντελεστεί μέσα από τα τραπεζικά κανάλια, με τις διεθνείς τράπεζες να μειώνουν κατά 800 δισ. δολάρια την έκθεσή τους σε κάθε μορφή πίστωσης προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες το 2015. Αυτές οι εκροές κεφαλαίων είχαν πολλαπλές επιπτώσεις: εξανεμίστηκε αρκετή ρευστότητα από τις αγορές, αποδυναμώθηκαν ισοτιμίες, μειώθηκαν αποθέματα και σημειώθηκαν μεγάλες απώλειες στις τιμές των μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Ο επιχειρηματικός τομέας είναι ευάλωτος στις αναπτυσσόμενες χώρες, δεδομένου ότι αύξησαν αρκετά τη μόχλευσή τους μετά την κρίση του 2008. Οι εκροές κεφαλαίων θα επηρεάσουν αρνητικά τις τιμές των μετοχών, θα αυξήσουν το χρέος ανά μετοχή και τον κίνδυνο των εταιρικών χρεοκοπιών. Το πρόβλημα είναι, ειδικότερα, έντονο για τις χώρες που στηρίζονται στις εξαγωγές πρώτων υλών, όπου οι εταιρείες έχουν εκτεθεί σε χρέη με την έκδοση ομολόγων, εκτιμώντας πως οι τιμές των εμπορευμάτων θα συνέχιζαν να κυμαίνονται σε υψηλά επίπεδα.

Οι κυβερνήσεις πολλών αναπτυσσόμενων χωρών δεν διδάχθηκαν όπως θα έπρεπε από προηγούμενες κρίσεις. Οφείλουν όμως να αντιδράσουν άμεσα.