ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρειαζόμαστε μια νέα γλώσσα για να μιλήσουμε για την οικονομία

uk

Οι τράπεζες σείονται, οι μετοχές καταρρέουν και πυροδοτούνται φόβοι για μια νέα κρίση. Οι πρώτες ημέρες του 2016 έχουν κλονιστεί από την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας που ακόμη δεν έχει συνέλθει από το ταρακούνημα της κρίσης του 2008. Ακόμη χειρότερο είναι το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει καμία συμφωνία για τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν εάν επιδεινωθούν τα πράγματα. Οι μεγάλες ιδέες που θα έκαναν τη διαφορά –όπως ο στόχος για την αύξηση του πληθωρισμού, το τύπωμα χρήματος για να αποκτήσουν οι καταναλωτές τη δυνατότητα να ξοδέψουν περισσότερα ή η διοχέτευση δημόσιου χρήματος σε έργα υποδομών– εξακολουθούν να διχάζουν τους πολιτικούς ώστε να πάρουν το θάρρος να τοποθετηθούν ανοιχτά γι’ αυτά. Αυτό είναι κρίμα, διότι η Ιστορία έχει διδάξει πως οι λέξεις έχουν μεγάλη βαρύτητα.

Βέβαια, η άσκηση πολιτικής με τις ιδέες πρέπει να συμπορεύονται, αλλά είναι εξίσου σημαντικό ένας πολιτικός να χρησιμοποιεί τη σωστή γλώσσα για να κάνει πράξη τη θεωρία. Μια έξυπνη μεταφορά μπορεί να δημιουργήσει περισσότερο την αίσθηση του εφικτού από τα αρνητικά επιτόκια που απεγνωσμένα εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες προκειμένου να αλλάξουν το απαισιόδοξο κλίμα που επικρατεί σήμερα στην παγκόσμια οικονομία. Από τα σεμινάρια οικονομικών μέχρι τις συγκεντρώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, που περιβάλλονται από μια οργισμένη ατμόσφαιρα, επικρατεί η κοινή συναίνεση πως τα πράγματα θα πρέπει να εξελιχθούν καλύτερα την επόμενη φορά. Μετά την τελευταία ύφεση ακολούθησε μακροχρόνια αναιμική ανάπτυξη με συρρίκνωση των μισθών. Οι φορολογούμενοι επωμίσθηκαν τα χρέη από τη διάσωση των τραπεζών. Μια κρίση που προκλήθηκε από έναν αποτυχημένο χρηματοοικονομικό τομέα, ύστερα από δεκαετίες όπου οι εύποροι διεύρυναν το χάσμα με τους υπόλοιπους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα τάξη πραγμάτων όπου θα κυρίευε η σταθερότητα και οι δίκαιες αποτιμήσεις των μετοχών. Αντί αυτού εφαρμόζεται μια πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης που φουσκώνει τα περιουσιακά στοιχεία για τους έχοντες και καθιστά πιο ακριβή τη στέγη για τους μη κατέχοντες. Εφαρμόζεται, επίσης, μια πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας που κάνει τους φτωχούς φτωχότερους, συνθλίβοντας τις άμυνες του κράτους πρόνοιας.

Η κουλτούρα
Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν εφικτό εάν δεν είχε «πουληθεί» ως απολύτως απαραίτητο. Για να κατανοήσει κάποιος το πώς οδηγηθήκαμε σε αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να αναλογιστεί την κουλτούρα και τη γλώσσα, οι οποίες καθορίζουν τον οικονομικό ορθολογισμό που έχει διαμορφωθεί όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα. Οταν χτύπησε η οικονομική θύελλα το 2008 (μια μεταφορά που παραπέμπει σε ένα αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο και όχι σε μια πράξη ανθρώπινης τρέλας), ο τότε σκιώδης υπουργός Οικονομικών Τζορζ Οσμπορν χρησιμοποίησε ένα δοκιμασμένο και διαδεδομένο σενάριο. Είχε πει ότι «το ντουλάπι είναι άδειο», παραλληλίζοντας τη χρεοκοπημένη Βρετανία με ένα υπερχρεωμένο νοικοκυριό. Οι οικονομολόγοι έχουν διαφωνήσει με τις απλοϊκές συγκρίσεις του τελευταίου αιώνα ανάμεσα στα οικονομικά ενός νοικοκυριού και μιας εθνικής οικονομίας. Οι κυβερνήσεις μπορούν να φορολογούν, να παρουσιάζουν ανάπτυξη ακόμη και να τυπώνουν χρήμα. Αυτές οι τρεις οδοί διαφυγής δεν ήταν ανοιχτές για τα νοικοκυριά. Την 30ετία που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η βρετανική οικονομία βρισκόταν συστηματικά σε έλλειμμα, εκτός από μια περίοδο έξι ετών. Το εθνικό χρέος κυμαινόταν από το 250% στο 50% του ΑΕΠ, αλλά ουδέποτε δεν ήταν «αδειανό το ντουλάπι».

Επομένως, η μεταφορά σχετικά με το «ντουλάπι» είναι βαθύτατα παραπλανητική, αλλά παραμένει ακαταμάχητη για τους πολιτικούς, ενώ ασκεί ισχυρή επιρροή στην κοινή γνώμη. Είναι ένας τρόπος για να συσχετίσει κανείς τα δισεκατομμύρια του δημόσιου χρέους με την καθημερινότητα των πολιτών. Οπως εξηγεί ο Τζόναθαν Τσαρτέρις-Μπλακ του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αγγλίας με ειδίκευση στη ρητορική, «ενσωματώνει μία από πιο τυπικές εικόνες στην πολιτική ζωή: το έθνος ως μια οικογένεια και η κυβέρνηση ως ο υπεύθυνος γονέας». Χρόνια πριν, ο Κέινς υπήρξε αυθεντία στην παραπλανητική μεταφορά. Χαρακτήρισε «ζωώδη» τα ένστικτα των επενδυτών, αμφισβητώντας τον ορθολογισμό τους, αλλά ενθάρρυνε μια αντίληψη των βιομηχάνων όχι ως «λύκους και τίγρεις» της βιομηχανίας αλλά ως «εξημερωμένα» αγρίμια.
Το ερώτημα που αιωνίως καλείται να απαντήσει το κόμμα των Εργατικών είναι εάν μπορούν να προσφέρουν ένα εναλλακτικό, αξιόπιστο και κοστολογημένο πακέτο σχεδίων, δίνοντας ένα μόνο μέρος της απάντησης για την οικονομία. Διότι, ακόμη και με ένα τέτοιο πρόγραμμα, δεν θα μπορεί να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο του κ. Οσμπορν, ο οποίος εκτελεί σήμερα καθήκοντα υπουργού Οικονομικών, εάν δεν πεισθεί η κοινή γνώμη πως χρειάζεται ένας διαφορετικός διάλογος για την οικονομία.