ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισχυρότερο τονωτικό ανάπτυξης ζητεί το ΔΝΤ από τις κυβερνήσεις

Ισχυρότερο τονωτικό ανάπτυξης ζητεί το ΔΝΤ από τις κυβερνήσεις

Την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και την εφαρμογή πολιτικών για την ενίσχυση της συμμετοχής των ανέργων στις αγορές εργασίας προτείνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προκειμένου να απεγκλωβιστούν οι οικονομίες από τους υποτονικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αναγνωρίζει, ωστόσο, πως μεταρρυθμίσεις στη νομοθεσία για την προστασία της εργασίας μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία και στην απασχόληση στο βραχυπρόθεσμο μέλλον. Αντίθετα, μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων, εάν και όταν εφαρμόζονται με την κατάλληλη συνταγή, εξασφαλίζουν αμέσως θετικά αποτελέσματα και κυρίως ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες. Το ΔΝΤ έδωσε χθες στη δημοσιότητα δύο από τα κεφάλαια της έκθεσης για την προοπτική της παγκόσμιας οικονομίας, το συνολικό περιεχόμενο της οποίας θα γνωστοποιηθεί στις 12 Απριλίου.

Η επίδραση μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας εξαρτάται από τη συνολική εικόνα μιας οικονομίας, τονίζει το Ταμείο. Μεταρρυθμίσεις στις διατάξεις για την προστασία της εργασίας και στα συστήματα επιδομάτων ανεργίας μπορεί να αποφέρουν καρπούς όταν επικρατούν φυσιολογικοί ρυθμοί ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, ενδεχομένως να υπάρξουν επιπτώσεις όταν οι συνθήκες σε μια οικονομία είναι δυσμενείς, αποδυναμώνοντας τη ζήτηση. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητο να πραγματοποιούνται μεταρρυθμίσεις στην εργασία παράλληλα με δημοσιονομικά μέτρα στήριξης.

Για παράδειγμα, η μείωση στα επιδόματα ανεργίας μαζί με τη χαλάρωση των νόμων για την προστασία της εργασίας είναι απαραίτητο να συμπορεύονται με τη μείωση της φορολογίας στην εργασία προκειμένου να ενισχυθεί το εισόδημα των νοικοκυριών και έτσι να τονωθούν τα κίνητρα στην αναζήτηση απασχόλησης. Ο Ρόμαν Ντουβάλ, ένας από τους ερευνητές του ΔΝΤ, ο οποίος επιμελείται την έκθεση, τονίζει πως τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης μπορούν να συμπληρώσουν τα κενά που δημιουργούνται από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δεν μπορεί να «γεμίσει» πια η νομισματική πολιτική, που έχει εξαντλήσει τα περιθώριά της.

Από την άλλη πλευρά, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν τη δυναμική να ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα στο άμεσο μέλλον. Το ΔΝΤ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την απελευθέρωση των αερομεταφορών και των τηλεπικοινωνιών στις οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου τη δεκαετία του ’90. Οδήγησε, καταλήγει το Ταμείο, σε άμεση τόνωση της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας και της ποιότητας των υπηρεσιών.

Τη Δευτέρα, η Κριστίν Λαγκάρντ σε ομιλία στη Φρανκφούρτη συμβούλεψε τις ΗΠΑ να αυξήσουν τον κατώτατο μισθό και την Ευρώπη να βελτιώσει τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης. Προειδοποίησε πως θα αναθεωρηθούν προς τα κάτω οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη στην επικείμενη έκθεση επειδή έχει εξασθενήσει η προοπτική στην παγκόσμια οικονομία. Προκειμένου να θεραπευτούν τα μελανά σημεία στις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου, η κ. Λαγκάρντ απηύθυνε έκκληση για την επιτάχυνση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, την ενίσχυση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης και τη συνέχιση της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09 εξακολουθεί να είναι «αδύναμη, εύθραυστη και να διακυβεύεται η διάρκειά της», σχολίασε η επικεφαλής του Ταμείου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο που δόθηκε στη δημοσιότητα από την επικείμενη έκθεση του ΔΝΤ διαπιστώνεται πως οι αναδυόμενες αγορές αντιμετωπίζουν σήμερα καλύτερα τις εκροές κεφαλαίων λόγω της ισχυρότερης βάσης κεφαλαίων, του χαμηλότερου χρέους που έχουν εκδώσει σε ξένο νόμισμα και των ευέλικτων ισοτιμιών τους. Οι οικονομίες που εφαρμόζουν πιο συνετές δημοσιονομικές πολιτικές, παρουσιάζουν χαμηλό δημόσιο χρέος και υιοθετούν ευέλικτες ισοτιμίες έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν τις απότομες διακυμάνσεις στα νομίσματά τους που είχαν σημειωθεί κατά τη διάρκεια των νομισματικών κρίσεων στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι το Ταμείο θεωρεί πως οι υποτονικοί ρυθμοί ανάπτυξης εξηγούνται από τη μικρότερη διαφοροποίηση των επιδόσεων ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες και τις ανεπτυγμένες οικονομίες.