ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο περιορισμός των εξαγορών μειώνει τις προμήθειες των τραπεζών

bank-guarantee-funding-bank

Η αστάθεια στις διεθνείς κεφαλαιαγορές δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αλώβητες τις δραστηριότητες των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών. Σύμφωνα με έρευνα της Thomson Reuters, σε διεθνή κλίμακα τα έσοδα από τις προμήθειες επενδυτικής τραπεζικής μειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους εν συγκρίσει με το ίδιο διάστημα του 2015. Η γενικότερη αβεβαιότητα λόγω γεωπολιτικών συνθηκών και η ανησυχία για την πορεία της διεθνούς οικονομίας λειτούργησαν ως παράγοντες ανασχετικοί στη ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών για εξαγορές και συγχωνεύσεις, αλλά και την έκδοση μετοχών και ομολόγων στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Εξαίρεση, ωστόσο, στο σκηνικό αυτό αποτελούν οι κινεζικοί όμιλοι, οι οποίοι, όπως εκτιμάται, έχουν περί τα 100 δισ. δολάρια στα χέρια τους για να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία στη Δύση. Ο ζήλος τους είναι μεγάλος και τελευταία κίνηση, ανεξαρτήτως εάν δεν ευοδώθηκε, ήταν η αντιπροσφορά που υπέβαλε για την απόκτηση της ξενοδοχειακής αλυσίδας Starwood ο ασφαλιστικός κολοσσός Anbang.

Το τρίμηνο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2016 οι προμήθειες σε διεθνές επίπεδο από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε περιπτώσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών μέχρι την ανάληψη της έκδοσης ομολόγων και μετοχών ανήλθαν στα 16,2 δισ. δολάρια. Πρόκειται για το τρίμηνο με τη βραδύτερη αύξηση εσόδων από το 2009. Ανά περιφέρεια, τώρα, αξίζει να αναφερθεί πως στη Βόρεια και στη Νότια Αμερική οι προμήθειες εμφάνισαν δραστική ελάττωση κατά 32% εν συγκρίσει με το 2015, φθάνοντας στα 8,7 δισ. δολάρια. Στη δε Γηραιά Ηπειρο η πτώση ήταν ποσοστιαία μικρότερη κατά 27%, αλλά σε απόλυτους αριθμούς τα έσοδα χαμηλότερα κατά το ήμισυ από την Αμερική, στα 3,9 δισ. δολάρια. Στην περιφέρεια των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας-Ειρηνικού τα έσοδα είχαν κάμψη 18% και διαμορφώθηκαν στα 2,6 δισ. δολάρια.

Οπως αναφέρει στην έρευνά της η Thomson Reuters, οι προμήθειες από την επενδυτική τραπεζική μειώθηκαν σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων, διότι οι διεθνείς αγορές επλήγησαν από την αστάθεια που δημιουργήθηκε λόγω φόβων για τη διεθνή οικονομία, τον αντίκτυπο από την επιβράδυνση στην Κίνα, τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μ. Ανατολή και την απειλή της τρομοκρατίας. Τα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων δεν έδειξαν προθυμία να αναλάβουν δράση και να προωθήσουν επιχειρηματικές συμφωνίες, οι οποίες θα μεταμόρφωναν τους εκάστοτε κλάδους τους. Αυτό φανερώνει και τη διαφοροποίηση του πρώτου τριμήνου του 2016 σε σύγκριση με την αντίστοιχη του 2015, όταν η εν λόγω δραστηριότητα είχε εκτιναχθεί σε επίπεδα ρεκόρ.

Στην περίπτωση των χρηματιστηρίων, τώρα, τα σχετικά έσοδα των επενδυτικών τραπεζών ήταν περίπου τα μισά από πέρυσι. Η δραστική αυτή πτώση εν συγκρίσει με το πρώτο τρίμηνο του 2015 διαμορφώθηκε στο 48%. Στις δε ομολογιακές αγορές η κάμψη ήταν της τάξεως του 26% και στα έσοδα από τις δραστηριότητες σε συγχωνεύσεις και εξαγορές υπήρξε ελάττωση σε ποσοστό 18%. Στην πρώτη δεκάδα των επενδυτικών τραπεζικών ομίλων με τα υψηλότερα έσοδα συγκαταλέγονται κυρίως αμερικανικές τράπεζες. Κορυφαία είναι η JP Μorgan με 1,2 δισ. δολάρια το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου 2016 , ποσό κατά 23% μειωμένο από πέρυσι, αν και το μερίδιο αγοράς της ενισχύθηκε ελαφρώς. Οι υπόλοιπες τέσσερις είναι και αυτές αμερικανικές (ΒοΑ, Goldman Sachs, Morgan Stanley και Citigroup). Την έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη θέση καταλαμβάνουν οι ευρωπαϊκές Barclays, Credit Suisse, Deutsche Bank και RBC Capital Markets, ενώ στην ένατη βρίσκεται η αμερικανική Wells Fargo.