ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η θεωρία απέχει από την πράξη

Η θεωρία απέχει από την πράξη

Oι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες από το 2010 έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην υποτονική ανάπτυξη σήμερα, δημιουργώντας ερωτήματα για τους λόγους που οι δημοσιονομικοί κανόνες των Βρυξελλών δεν εξασφάλισαν ούτε οικονομική σταθερότητα ούτε βιωσιμότητα στο δημόσιο χρέος. Θεωρητικά, οι υφιστάμενοι κανόνες μπορούν να αποφέρουν θετικά αποτελέσματα, αλλά στην πράξη υπάρχουν πολλά εμπόδια, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το διαρθρωτικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αναφερόμαστε στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης, μη συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού κύκλου και έκτακτων επιβαρύνσεων όπως είναι οι τραπεζικές διασώσεις.

Εάν το έλλειμμα του διαρθρωτικού προϋπολογισμού είναι πολύ υψηλό, τότε οι χώρες-μέλη υποχρεούνται να προχωρήσουν σε προσαρμογές. Εάν όχι, δεν υποχρεούνται να δρομολογήσουν μέτρα λιτότητας. Θεωρητικά, όταν ξεσπά μια ύφεση, επιδεινώνεται η κατάσταση του ελλείμματος στον προϋπολογισμό λόγω της υποχώρησης των φορολογικών εσόδων και της αύξησης των καταβολών σε επιδόματα ανεργίας. Τα δεδομένα για τον διαρθρωτικό προϋπολογισμό δεν αλλάξουν γι’ αυτούς τους λόγους και έτσι δεν απαιτούν την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.

Στην πράξη, όμως, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς το διαρθρωτικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Η εκτίμησή του στηρίζεται σε αβέβαιους υπολογισμούς του οικονομικού κύκλου και της επίδρασής του στα έσοδα και στις δαπάνες του κράτους. Είναι, κατά συνέπεια, πλήρως κατανοητές οι αμφιβολίες που εξέφρασαν οι υπουργοί Οικονομικών από οκτώ κράτη-μέλη της Ευρωζώνης για τις μεθόδους της Ε.Ε. στον υπολογισμό της φάσης που βρίσκεται μια χώρα-μέλος στον οικονομικό κύκλο και των επιπτώσεων στην ανάλυση προϋπολογισμών.

Οι οικονομικές προβλέψεις είναι, επίσης, ένα αίτιο λαθών. Οι τρέχοντες δημοσιονομικοί κανόνες στηρίζονται στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, οι οποίες πολύ συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα τελευταία χρόνια, η Κομισιόν προέβλεψε την επιστροφή των ευρωπαϊκών οικονομιών στην ανάπτυξη και την ενίσχυση του πληθωρισμού στο 2%, αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε επιβεβαιώθηκε από τα πραγματικά στοιχεία.

Ακόμη ένα πρόβλημα με το ισχύον πλαίσιο των δημοσιονομικών κανόνων στην Ε.Ε. είναι η ρήτρα δημοσιονομικής ευελιξίας. Λόγω αυτής, παρατείνονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των χωρών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των κανόνων, κάτι που υπονομεύει την ισχύ τους. Αρκετοί πολιτικοί σε χώρες-μέλη που παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες θεωρούν πως είναι ανεπαρκείς και τους απορρίπτουν δημοσίως. Αλλοι πολιτικοί σε χώρες-μέλη που συμμορφώνονται με τους κανόνες αντιδρούν διότι δεν εφαρμόζονται με ανάλογη ευλάβεια από τους εταίρους.

Οπότε χρειάζεται η δημιουργία ενός νέου πλαισίου δημοσιονομικών κανόνων καθώς το υφιστάμενο δεν είναι καθόλου αποτελεσματικό. Καλύτερη επιλογή θα ήταν η εξ ολοκλήρου κατάργηση όλων των κανόνων. Ενας τρόπος θα ήταν να απομακρυνθεί η επιλογή μιας κρατικής διάσωσης, να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την πειθαρχημένη λειτουργία των αγορών, να επιτραπεί σε μεγάλο βαθμό να έχουν δημοσιονομική ανεξαρτησία οι χώρες-μέλη και να δημιουργηθούν όργανα για την απορρόφηση των κραδασμών από τις υφέσεις, όπως ένα ενιαίο σύστημα ασφάλισης των ανέργων. Μια τόσο μεγάλη αναθεώρηση του ρυθμιστικού πλαισίου δεν είναι πολιτικά ρεαλιστική σήμερα. Μια άλλη επιλογή θα ήταν η κατάργηση του κανόνα για το διαρθρωτικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αντ’ αυτού θα μπορούσε να υιοθετηθεί κανόνας για τον περιορισμό της αύξησης των δημοσίων δαπανών, μη συμπεριλαμβανομένων δαπανών όπως τα επιδόματα ανεργίας και έκτακτα γεγονότα όπως οι τραπεζικές διασώσεις.

*Δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Μπρίγκελ στη μελέτη με τίτλο «Προτάσεις για την αναβίωση του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου».