ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κεντρικές τράπεζες μαθαίνουν να ρισκάρουν

Κεντρικές τράπεζες μαθαίνουν να ρισκάρουν

«Πονοκέφαλο»  και στις ίδιες τις κεντρικές τράπεζες αρχίζουν να προκαλούν τα αρνητικά επιτόκια, αναγκάζοντάς τες να στρέφονται σε πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις στην προσπάθειά τους να αποκομίσουν υψηλότερες αποδόσεις. Η επιβολή αρνητικών επιτοκίων καταθέσεων για τις τράπεζες και γενικότερα η επεκτατική νομισματική πολιτική που ακολουθούν όλες σχεδόν οι κεντρικές τράπεζες έχει ως αποτέλεσμα τη μεγάλη υποχώρηση των αποδόσεων κρατικών και εταιρικών ομολόγων, περιουσιακά στοιχεία στα οποία επενδύουν οι κεντρικές τράπεζες ώστε να καλύπτουν τα λειτουργικά τους έξοδα και να δημιουργούν κέρδη για την κυβέρνησή τους. Η υποχώρηση της απόδοσης των ασφαλέστερων ομολόγων σε αρνητικό έδαφος, σε πολλές περιπτώσεις αναγκάζει πολλούς διαχειριστές κεφαλαίων κεντρικών τραπεζών να στρέφονται σε επενδύσεις με μεγαλύτερο ρίσκο, στην προσπάθειά τους να αποκομίσουν υψηλότερη απόδοση.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση στην οποία πήραν μέρος 77 διαχειριστές αποθεματικών κεφαλαίων κεντρικών τραπεζών, η πλειονότητα αλλάζει την επενδυτική στρατηγική της και μεταξύ άλλων έχει αρχίσει να αγοράζει περιουσιακά στοιχεία που ενέχουν μεγαλύτερο ρίσκο. Η δημοσκόπηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Financial Times» και τα κεφάλαια που διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες ανέρχονται αθροιστικά στα 6 τρισ. δολάρια. «Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να διατηρούν κεφάλαια, οπότε είναι αντιπαραγωγικό γι’ αυτές να επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία και να χάνουν χρήματα», εξηγεί στους «F.T.» ο κ. Κριστιάν Ντεζεγκλίζ, επικεφαλής κεντρικών τραπεζών, κρατικών επενδυτικών ταμείων και δημοσίων ταμείων στην τράπεζα HSBC. «Είναι αναγκασμένοι να ενεργούν πιο επιθετικά ώστε να αποκομίζουν απόδοση και σε ορισμένες περιπτώσεις αναλαμβάνουν και μεγαλύτερο ρίσκο», προσθέτει. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, οι διαχειριστές των αποθεματικών κεφαλαίων των κεντρικών τραπεζών ήδη αγοράζουν ή «εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο» να αρχίσουν να αγοράζουν δέσμες ενυπόθηκων δανείων ή να σταματήσουν να αγοράζουν και να πουλάνε νομίσματα τα οποία επηρεάζονται από τα αρνητικά επιτόκια δανεισμού. «Οι διαχειριστές αποθεματικών κεφαλαίων κεντρικών τραπεζών συγκαταλέγονται στις παράπλευρες απώλειες των αρνητικών επιτοκίων», λέει ο κ. Τζον Νάτζε της εταιρείας Laburnum Consulting και πρώην διαχειριστής αποθεματικών κεφαλαίων. «Ωστόσο, γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχουν πολύ σημαντικότερα ζητήματα από την απόδοση που θα πετύχουν».

Απώλειες για καταθέτες

Στη Γερμανία η πτώση των αποδόσεων των αποταμιεύσεων σε πολύ χαμηλά επίπεδα έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση και οργή σε πολλούς συνταξιούχους. Σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Postbank, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού που έχει επιβάλλει η ΕΚΤ έχουν κοστίσει στους Γερμανούς αποταμιευτές 125 δισ. ευρώ από το 2011 μέχρι σήμερα. «Το ζήτημα θα μπορούσε να γίνει πολιτικά εκρηκτικό» λέει στο Bloomberg ο κ. Μαρσέλ Φράτσερ, πρόεδρος του οικονομικού ινστιτούτου DIW.

Η γερμανική κυβέρνηση έχει αντιληφθεί το πρόβλημα και θα αυξήσει το 2016 τις συντάξεις κατά 4%, αύξηση που είναι η μεγαλύτερη εδώ και 23 χρόνια. Οι κεντρικοί τραπεζίτες αντιτείνουν ότι αν οι πολιτικοί είχαν κάνει όσα έπρεπε να είχαν κάνει, ώστε να αναπτυχθεί η οικονομία, τότε η ΕΚΤ δεν θα χρειαζόταν να έχει χαλαρώσει τόσο πολύ τη νομισματική της πολιτική.
«Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο αποταμιευτές: είναι και υπάλληλοι, φορολογούμενοι και οφειλέτες, ως τέτοιοι επωφελούνται από το χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων δανεισμού» τόνισε πρόσφατα με νόημα ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης κ. Γ. Βάιντμαν.