ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ελληνική κρίση δεν είναι πλέον ψηλά στην ατζέντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής

brexit1

Η προβλέψιμη, εξαντλητική σαπουνόπερα με θέμα το ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης συνεχίζεται. Τα προηγούμενα χρόνια, ξεκινώντας από τον Μάιο του 2010, η αμερικανική παρέμβαση υπήρξε αρκετές φορές καταλυτική για την αποσόβηση καταστροφικών εξελίξεων για τη χώρα μας. Παράλληλα όμως, κάθε φορά αναδεικνύονταν τα όρια της επιρροής της υπερδύναμης: ο πρόεδρος Ομπάμα μπορούσε να πιέσει την καγκελάριο Μέρκελ να μην ενδώσει στον πειρασμό του Grexit, αλλά οι όποιες προσπάθειες του επιτελείου του να ωθήσουν την πολιτική της Ευρωζώνης προς μια κεϊνσιανή κατεύθυνση έπεφταν πάντα στο κενό.

Εκλογές, Brexit, Κίνα

Ταξιδεύοντας τις τελευταίες εβδομάδες στις ΗΠΑ και μιλώντας με αναλυτές και παράγοντες από τη Ουάσιγκτον και από διάφορες πολιτείες, αντελήφθην τον βαθμό στον οποίο το ελληνικό (οικονομικό) ζήτημα βρίσκεται πέρα από τα αμερικανικά ραντάρ. Οι προτεραιότητες του προέδρου Ομπάμα τους τελευταίους εννέα μήνες της θητείας του –η Συρία, οι συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου με τις χώρες του Ειρηνικού (TPP) και την Ευρώπη (TTIP), η αποτροπή του Brexit, η παγίωση της συνεργασίας με την Κίνα στο μέτωπο της κλιματικής αλλαγής– αφήσαν ελάχιστο χώρο για τα διαχρονικά πάθη της ελληνικής οικονομίας. Η υπόλοιπη πολιτική τάξη των ΗΠΑ είναι πλήρως απορροφημένη από τη μαραθώνια προεκλογική εκστρατεία για τον διάδοχο του κ. Ομπάμα. Το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας μας δεν αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης στην ολοένα και πιο σκληρή κόντρα μεταξύ της Χίλαρι Κλίντον και του Μπέρνι Σάντερς, ούτε στον ολοκληρωτικό πόλεμο μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Τεντ Κρουζ για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα.

Οσοι παρακολουθούν στενά τα θέματα της Ευρώπης στις ΗΠΑ γνωρίζουν ότι η ελληνική κρίση δεν έληξε με τη συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού. Σε συναντήσεις στις οποίες συμμετείχε η «Κ», αναγνωρίζονταν τα όρια της αμερικανικής επιρροής («δεν πρόκειται να αλλάξουμε την οικονομική φιλοσοφία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε») και εκφράστηκε η εκτίμηση ότι η κατάσταση έφτασε στα άκρα πέρυσι γιατί «το θέμα έγινε πολύ προσωπικό» μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών. Η πιθανότητα επανάληψης του περυσινού διαπραγματευτικού θρίλερ, ωστόσο, βρίσκεται πολύ μακριά από την κορυφή της ατζέντας.

Το προσφυγικό και η ασφάλεια

Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα αυτές τις ημέρες στην Ουάσιγκτον και σε άλλα αμερικανικά κέντρα επιρροής εστιάζεται στην προσφυγική κρίση. Οπως αναφέρθηκε ευθέως σε μια συνάντηση, «η Ελλάδα έχει πρόβλημα διοικητικής ικανότητας (capacity)… θα πρέπει να αποποιηθεί μέρος της κυριαρχίας, ώστε να ανακτήσει τον έλεγχο των συνόρων της». Παράλληλα, έντονη ήταν η κριτική της ευρωπαϊκής στάσης στο προσφυγικό. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση ενός ειδικού, που μίλησε για «σπασμωδική» αντίδραση της Ε.Ε., αναφερόμενος στην πρόσφατη συμφωνία με την Τουρκία, η οποία έδωσε «λευκή επιταγή στην Αγκυρα».

Σε σειρά παρεμβάσεων, αναδείχθηκαν οι μεγάλες διαφορές στην αντιμετώπιση των προσφύγων σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Τόσο η μαζική εισροή χωρίς πραγματικό έλεγχο όσο και η επιδότηση εκμάθησης της γλώσσας της χώρας προορισμού (που συμβαίνει στη Γερμανία) θεωρούνται αδιανόητα από την αμερικανική οπτική.

Ειδικοί επί θεμάτων ασφαλείας ανέφεραν ότι το ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφαλείας βρίσκεται πιο ψηλά στην ατζέντα της Ουάσιγκτον από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η αποτίμηση των Αμερικανών για τις επιδόσεις των Ευρωπαίων σε αυτόν τον τομέα, ωστόσο, ήταν κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική: η Ε.Ε. χαρακτηρίζεται «αφελής» σε θέματα ασφαλείας, ενώ τα κράτη-μέλη θεωρείται ότι δεν είναι πρόθυμα να επενδύσουν τους αναγκαίους πόρους για να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες, ούτε να προχωρήσουν στην απαραίτητη ανταλλαγή πληροφοριών. Η καγκελάριος Μέρκελ, πάντως, απολαμβάνει του σεβασμού του αμερικανικού κατεστημένου, ιδιαίτερα για τον ρόλο της στην οικοδόμηση και την εδραίωση του κοινού ευρωπαϊκού μετώπου απέναντι στη Μόσχα μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας.