ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το αβέβαιο μέλλον της τουρκικής οικονομίας

turkey-thumb-large--2

Οι πολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν τη μακροοικονομία, πράγμα που ισχύει ακόμη περισσότερο για την Τουρκία. Οι συγκρούσεις μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, με τους Κούρδους, τη Ρωσία ή την κεντρική τράπεζα, όπως και ο αυξανόμενος αυταρχισμός του προέδρου Ερντογάν, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο τα τελευταία τρία χρόνια. Οι ειδήσεις σε σχέση με τον τελευταίο συχνά αντανακλούν και τις διακυμάνσεις των τουρκικών αγορών, τη συναλλαγματική ισοτιμία, για να μην αναφέρουμε την επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ωστόσο, σιγά σιγά όλο αυτό μετατρέπεται σε μια νέα κανονικότητα για την Τουρκία. Φαίνεται ότι η αγορά έχει σχεδόν συνηθίσει την πείνα του κ. Ερντογάν για περισσότερες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας. Η εντύπωση ότι στο τέλος ο Ερντογάν θα πετύχει αυτό που θέλει αποτυπώνει όλο και πιο πολύ όσα συμβαίνουν στη χώρα. Και στις αγορές αρέσει η προβλεψιμότητα. Αραγε η αποχώρηση του μετριοπαθούς πρωθυπουργού Νταβούτογλου, την περασμένη εβδομάδα, αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας με το δολάριο; Καθόλου. Το πολιτικό ρίσκο στην Τουρκία δεν σχετίζεται απλώς με το ποιος θα είναι ο νέος πρωθυπουργός (πιθανότατα κάποιος υπουργός πιστός στον Ερντογάν ή ακόμη και κάποιος συγγενής του) ούτε αν θα παραμείνει ως υπουργός Οικονομικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ο κ. Σιμσέκ (πιθανότατα ναι). Η αβεβαιότητα αφορά ολόκληρο το θεσμικό τοπίο της Τουρκίας.

Οι επιθέσεις κατά της αντιπολίτευσης εντός και εκτός Κοινοβουλίου, οι διώξεις δημοσιογράφων ή πανεπιστημιακών και η κλιμάκωση των επιθέσεων Ερντογάν κατά όσων υποτίθεται ότι τον προσβάλλουν αποτελούν σημάδια κλιμάκωσης. Η πολιτική οικονομία της Τουρκίας είναι όλο και λιγότερο ισορροπημένη και έτσι ενισχύονται πολλά ήδη υπάρχοντα προβλήματα, όπως με τη νομισματική πολιτική, τις μεταρρυθμίσεις τους Κούρδους, αλλά και την Ε.Ε. Οι αγορές αμφιβάλλουν ήδη για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και το επιχειρηματικό κλίμα έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με μερικές εβδομάδες πριν. Αν ο νέος κεντρικός τραπεζίτης κ. Τσετίνκαγια εξακολουθήσει να χαλαρώνει τη νομισματική πολιτική και στην επόμενη συνεδρίαση της 24ης Μαΐου, οι αγορές θα το εκλάβουν ως σημάδι ενίσχυσης των δεσμών μεταξύ κεντρικής τράπεζας και κυβέρνησης. Εξέλιξη ανησυχητική, δεδομένου ότι ο Ερντογάν πραγματικά αντιπαθεί τα υψηλά επιτόκια δανεισμού. Οσον αφορά στις μεταρρυθμίσεις, θεωρούμε ότι θα ατονήσει η προσπάθεια που καταβάλλεται. Αντιθέτως, περιμένουμε κλιμάκωση της σύγκρουσης με τους Κούρδους. Τελικά, ο ιδιαίτερος γεωστρατηγικός ρόλος της Τουρκίας στην περιοχή γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτος. Παράλληλα, με τον Νταβούτογλου να έχει αποχωρήσει, το πιθανότερο είναι ότι ο Ερντογάν θα χρησιμοποιήσουν τη συμφωνία με την Ε.Ε. για τους μετανάστες όλο και περισσότερο ώστε να ενισχύσει τις απαιτήσεις του.

Υπάρχει ένας ακόμη κίνδυνος: Πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο του 2016. Ο Ερντογάν θέλει να εξασφαλίσει την de facto εξουσία του, εγκαθιδρύοντας προεδρικό σύστημα μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ωστόσο, χρειάζεται περισσότερες έδρες στο Κοινοβούλιο απ’ όσες διαθέτει σήμερα το AKP. Το κυβερνών κόμμα συγκεντρώνει περίπου 50% στις δημοσκοπήσεις τη στιγμή που τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται κοντά στο όριο 10% που πρέπει να περάσουν για να μπουν στη Βουλή. Το εθνικιστικό MHP χάνει ψήφους εξαιτίας της σκληρής στάσης που τηρεί ο Ερντογάν απέναντι στους Κούρδους, ενώ το κουρδικό HDP αντιμετωπίζει συνεχείς επιθέσεις εξαιτίας των υποτιθέμενων σχέσεών του με το εξτρεμιστικό ΡΚΚ. Περιμένουμε ότι ο Ερντογάν θα προκαλέσει εκλογές σχετικά σύντομα, όταν κρίνει ότι διαθέτει την πλειοψηφία που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Βέβαια, η συνεχής διάβρωση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών του πολιτεύματος έχει δημιουργήσει έναν ωρολογιακό μηχανισμό για τη μετά Ερντογάν Τουρκία. Μόλις αποχωρήσει ο Ερντογάν, θα προκύψει ένα δίχως προηγούμενο πολιτικό κενό στη χώρα. Αυτή η πολιτική αβεβαιότητα αποτελεί πρόβλημα για την τουρκική οικονομία και θα την καταστήσει ακόμη πιο ευάλωτη. Δηλαδή θα εξαρτάται ακόμη περισσότερο από ξένα κεφάλαια.

* Ο κ. Wolf Fabian Hungerland είναι οικονομολόγος της Berenberg Bank.