ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κούρεμα» καταθέσεων κατά περίπτωση προτείνει η Κομισιόν

koyrema-katatheseon-kata-periptosi-proteinei-i-komision-2134334

Κατά περίπτωση θα αποφασίζεται το ύψος των υποχρεώσεων μιας τράπεζας που θα διαγράφονται όταν γίνεται εκκαθάρισής της, καθώς δεν θα οριστεί κατώτατο όριο διαγραφών ενιαίο για όλες τις τράπεζες της Ευρωζώνης. Αυτό προβλέπει σχέδιο οδηγίας που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εκκαθάριση των τραπεζών και το οποίο μπορεί να περιορίζει τις ζημίες για τους μετόχους και τους πιστωτές, αλλά και για τους μεγαλοκαταθέτες των ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να διαγράφεται λιγότερο από το όριο του 8% των υποχρεώσεων μιας τράπεζας υπό εκκαθάριση.

Το σχέδιο οδηγίας, το οποίο περιήλθε στα χέρια συντακτών του Reuters, αναμένεται να υιοθετήσει η Επιτροπή την επόμενη εβδομάδα, οπότε θα είναι και άμεσα εφαρμόσιμο. Πρόκειται, όμως, να φέρει το εκτελεστικό όργανο της Ε.Ε. σε μετωπική σύγκρουση με τον Ενιαίο Μηχανισμό Εκκαθάρισης (SRB), που θεσπίστηκε προσφάτως στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την τραπεζική ένωση. Η Γερμανίδα επικεφαλής του μηχανισμού Ελκε Κένινγκ έχει επανειλημμένως τοποθετηθεί υπέρ της θέσπισης κατώτατου ορίου για τις υποχρεώσεις (MREL) μιας τράπεζας που θα διαγράφονται σε περίπτωση εκκαθάρισης στο 8% του συνόλου των υποχρεώσεών της και των κεφαλαίων της. Η κ. Κένινγκ υποστηρίζει, μάλιστα, πως το ποσοστό πρέπει να είναι υψηλότερο όταν πρόκειται για μεγάλες τράπεζες συστημικής σημασίας.

Στο σχέδιο οδηγίας που προωθεί η Επιτροπή τονίζεται ότι «οι αρμόδιες για την εκκαθάριση αρχές θα καθορίζουν κατά περίπτωση το ύψος του ποσού που θα πρέπει να απορροφήσει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα». Αφήνει, βέβαια, στον SRB τη δυνατότητα να επιβάλει τη διαγραφή του 8% των υποχρεώσεων της τράπεζας ή και υψηλότερο ποσοστό αν το κρίνει αναγκαίο, αλλά θα οφείλει να αποδείξει ότι είναι απαραίτητο.

Παράλληλα, διασαφηνίζει τους υφιστάμενους κανόνες, ενώ δεν ορίζει ελάχιστη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου στην οποία θα οφείλουν οι τράπεζες να επιτύχουν το κατάλληλο ελάχιστο όριο διαγραφών υποχρεώσεων. Ενώ η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) έχει ζητήσει να ορισθεί ελάχιστο όριο τα τέσσερα χρόνια, η Επιτροπή καλεί τις «ρυθμιστικές αρχές να καθορίσουν την κατάλληλη μεταβατική περίοδο, που θα πρέπει να είναι όσο συντομότερη γίνεται». Οπως επισημαίνεται, οι υφιστάμενοι κανόνες της Ε.Ε. δεν ορίζουν ελάχιστο επίπεδο διαγραφών υποχρεώσεων ούτε καθορίζουν συγκεκριμένη διάρκεια μεταβατικής περιόδου.

Το ζήτημα των ελάχιστων υποχρεώσεων που θα διαγράφονται σε περίπτωση εκκαθάρισης τράπεζας είναι θεμελιώδες για τη διαδικασία του bail-in, δηλαδή της συμμετοχής των μετόχων, των πιστωτών και των μεγαλοκαταθετών στη διάσωση μιας τράπεζας. Εχει ορισθεί από τον μηχανισμό SRB ως προϋπόθεση για να τοποθετήσει στη συνέχεια το κράτος χρήματα των φορολογουμένων, προκειμένου να αποφευχθεί μια επανάληψη των όσων συνέβησαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα οι χώρες να διοχετεύσουν στις τράπεζες τεράστια κεφάλαια από τα κρατικά ταμεία. Οπως έχουν επισημάνει οικονομικοί αναλυτές, οι ρυθμιστικές αρχές των τραπεζών συνήθως αποφεύγουν να πλήξουν τους πιστωτές υψηλής εξασφάλισης σε περίπτωση κρίσης σε μια τράπεζα, προκειμένου να μην υπονομεύσουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης των τραπεζών και προκαλέσουν πλήγμα στην οικονομία.

Σε ό,τι αφορά τον επίμαχο κανόνα σχετικά με το κατώτατο όριο διαγραφών στο 8% των υποχρεώσεων και κεφαλαίων μιας τράπεζας, ο Ζαν-Πιερ Μιστιέ, πρώην στέλεχος του επενδυτικού σκέλους της UniCredit, έχει σχολιάσει πως «για τις μεγάλες τράπεζες θα είναι κάτι σαν ατομική βόμβα να ξέρουν πως υπάρχει αλλά πως δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ». Ο ίδιος εκτιμά πως, με την υιοθέτηση των κανόνων του SRB, οι εποπτικές αρχές των τραπεζών, όπως η ΕΚΤ, θα πιέσουν τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να ενισχύσουν τα οικονομικά τους ώστε να περιορίσουν τον κίνδυνο κατάρρευσής τους. Οπως, όμως, επισημαίνουν όσοι εκφράζουν επιφυλάξεις για τους καινούργιους κανονισμούς, αν καταρρεύσει κάποια τράπεζα, πολιτικοί και ρυθμιστικές αρχές είναι αμφίβολο αν θα τολμήσουν τελικά να επιβάλουν ουσιαστικά σημαντικές ζημίες στους πιστωτές των τραπεζών, φοβούμενοι είτε το πολιτικό κόστος είτε μετάδοση της κρίσης.