ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συστημικός κίνδυνος οι ιταλικές τράπεζες

systimikos-kindynos-oi-italikes-trapezes-2141518

Eξαπλώνονται οι πιέσεις που δέχονται οι ιταλικές τράπεζες από το Brexit στους υπόλοιπους γίγαντες του ευρωπαϊκού κλάδου, με τις μετοχές της γερμανικής Deutsche Bank και της ελβετικής Credit Suisse να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Εκκληση για την εύρεση λύσης με την παρέμβαση της Ρώμης απεύθυνε χθες Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, πρώην μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ και νυν πρόεδρος της Societe Generale, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στη Γαλλία. Από το Βερολίνο, όμως, ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε πως ο Ιταλός ομόλογός του Πιερ Κάρλο Παντοάν τον διαβεβαίωσε ότι η Ιταλία δεν θα παρεκκλίνει από τους κανόνες της τραπεζικής ένωσης.

Εν τω μεταξύ, η μετοχή της Deutsche Bank υποχώρησε χθες σε νέο χαμηλό ρεκόρ. Μία εβδομάδα πριν, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε προειδοποιήσει ότι η Deutsche Bank είναι η πιο «ριψοκίνδυνη» από τις μεγάλες τράπεζες που μπορούν να αποσταθεροποιήσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης, η αμερικανική μονάδα της Deutsche Bank ήταν μία εκ των δύο τραπεζών που απέτυχαν στα τεστ της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Περί κανόνων ο λόγος

Oι κανόνες που μπλοκάρουν την κρατική στήριξη των τραπεζών θα πρέπει να αναθεωρηθούν για να αποφευχθεί επιδείνωση των συνθηκών, δήλωσε χθες ο κ. Σμάγκι. Σε τηλεοπτική συνέντευξη στο Bloomberg, ο κ. Σμάγκι τόνισε πως «η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά δέχεται πιέσεις», προσθέτοντας ότι «υιοθετήσαμε κανόνες για το δημόσιο χρήμα, αλλά αυτοί οι κανόνες θα πρέπει να αξιολογηθούν, ενόψει μιας πιθανής κρίσης για να αποφασίσει κανείς εάν θα πρέπει να ανακληθούν ή όχι». Κανόνες που απαγορεύουν την κρατική στήριξη των τραπεζών (bail-out) πριν από τον καταμερισμό των τραπεζικών απωλειών σε επενδυτές, και ανασφάλιστες καταθέσεις (bail-in) τέθηκαν σε ισχύ στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης αρχές του 2016. Σκοπός ενός τέτοιου πλαισίου ήταν να χρειαστεί ξανά να διοχετευθούν χρήματα των φορολογουμένων για τραπεζικές διασώσεις. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι ζήτησε προσωρινή ανάκληση των κανόνων του bail-in για να στηρίξει το κράτος έναν τραπεζικό κλάδο με επισφαλή δάνεια 360 δισ. ευρώ, τα οποία προήλθαν από τη βαθύτερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου, που έληξε μόλις πριν από έναν χρόνο. Οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο, όμως, αρνήθηκαν αυτήν τη διευκόλυνση, με τις αγορές να αντιδρούν στη συνεχιζόμενη διχογνωμία μεταξύ Ε.Ε. και Ρώμης μετά το Brexit, όταν η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη παραμένει εύθραυστη. Χθες ο Βάλντις Ντομπρόφσκις δήλωσε πως ο ιταλικός τραπεζικός κλάδος δεν βρίσκεται σε κρίση λόγω της απόφασης των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Ε.Ε. στις 23 Ιουνίου.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της Ιταλίας, εκ των οποίων τα 210 δισ. ευρώ αφορούν πολίτες που αδυνατούν να τα αποπληρώσουν, είναι ένα πρόβλημα που βαραίνει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, χωρίς να έχει βρεθεί ρεαλιστική λύση. Αυτή η υποβόσκουσα αβεβαιότητα κλιμακώθηκε μετά το βρετανικό δημοψήφισμα. Ο ιταλικός τραπεζικός κλάδος έχει σημειώσει πτώση 30% μετά το βρετανικό δημοψήφισμα, αυξάνοντας τις απώλειες από τις αρχές του έτους στο 57%.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον κ. Σμάγκι, ο κ. Αντζελόνι, μέλος του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) που ελέγχει τις μεγαλύτερες τράπεζες για λογαριασμό της ΕΚΤ, δήλωσε προ ημερών ότι «θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η κρατική στήριξη, όταν ρυθμίζεται και ελέγχεται σωστά, είναι θεμελιώδες συστατικό ενός σωστά δομημένου τραπεζικού πλαισίου». Εν τω μεταξύ, η ΕΚΤ ζήτησε από τη Monte dei Paschi di Siena, τον πιο αδύναμο κρίκο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, να μειώσει τα επισφαλή δάνειά της κατά 40% εντός τριετίας στα 14,6 δισ. ευρώ το 2018 από τα 24,4 δισ. ευρώ στα τέλη του 2015.