ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάκαμψη απασχόλησης

anakampsi-apascholisis

Μετά την ύφεση, που ακολούθησε τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, η αγορά εργασίας στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ εξακολουθεί να ανακάμπτει. Ωστόσο, ο ρυθμός της είναι οδυνηρά αργός. Εχει μεν σημειωθεί πρόοδος στο να αποκλιμακωθεί η ανεργία, αλλά όχι και στο να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος στους μισθούς. Με αυτούς τους δύο παράγοντες κατά νουν, θα πρέπει κανείς σε επίπεδο εργατικής πολιτικής να ασχοληθεί με τις επιπτώσεις της στασιμότητας στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση των μισθών, καθώς και στην εντεινόμενη ανισότητα. Αξίζει να αναφερθεί πως η ανάκαμψη στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης ξεκίνησε από το πρώτο τρίμηνο του 2010, όταν ο μέσος όρος απασχόλησης στις χώρες του ΟΟΣΑ είχε εκτιναχθεί στα υψηλότερα μετά την κρίση επίπεδα: τότε μόνον το 58,6% του ενεργού πληθυσμού ηλικίας 15-74 ετών βρισκόταν εντός της αγοράς εργασίας. Το ποσοστό αυτό ήταν κατά 2,2% χαμηλότερο από εκείνο του 2007 και αντιστοιχεί στην απώλεια 20,3 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.

Ανεξαρτήτως της αργής και ανομοιόμορφης φύσης της ανάκαμψης της οικονομίας, το έλλειμμα των θέσεων εργασίας είχε ελαττωθεί στα 5,6 εκατομμύρια στην εκπνοή του 2015. Σύμφωνα με τις προοπτικές για την απασχόληση του ΟΟΣΑ, όπως αυτές αποτυπώνονται στη σχετική έκθεση του 2016, το χάσμα στην απασχόληση στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ θα γεφυρωθεί, προϊόντος του 2017. Πρόκειται για καλοδεχούμενες ειδήσεις, αλλά το γεγονός ότι η ύφεση έπληξε βαρύτατα την απασχόληση για σχεδόν δέκα έτη αποδεικνύει το πόσο σοβαρή ήταν, καθώς και το τίμημα που κατέβαλαν οι εργαζόμενοι.

Τα ποσοστά απασχόλησης σήμερα διαμορφώνονται σε επίπεδα 5% υπεράνω εκείνων στα τέλη του 2007 σε Γερμανία, Ουγγαρία, Ισραήλ, Τουρκία και Χιλή, ενώ στο άλλο άκρο του φάσματος, το έλλειμμα θέσεων εργασίας παραμένει υψηλό σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Ισπανία – όπου το χάσμα είναι αντίστοιχα 9%, 7,9% και 8,5%. Είναι ενθαρρυντική εξέλιξη πως στις χώρες αυτές η απασχόληση εμφανίζει σταθερή άνοδο και σχετικά ταχεία, αλλά η πλήρης ανάκαμψή της απέχει αρκετά, ενώ διαπιστώνεται και ο κίνδυνος να μην υλοποιηθεί πριν από μία ακόμα ύφεση. Η προηγούμενη, πάντως, χαρακτηρίστηκε και από οξεία απώλεια θέσεων αλλά και από βαθιές και ευρύτατες προσαρμογές μισθών.

Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν δραστικά στη διάρκεια της κρίσης στις πληγείσες χώρες, όπως οι Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία, καθώς και στις χώρες της Βαλτικής, αλλά οι μισθοί παρέμειναν στάσιμοι ή εμφάνισαν ελάχιστη αύξηση σχεδόν παντού. Συγκρίνοντας την αύξηση των πραγματικών μισθών την περίοδο 2000-2007 με την περίοδο 2008-2015, θα διαπιστώσουμε σημαντική επιβράδυνση σε Τσεχία, Εσθονία, Λετονία και Βρετανία. Το 2015 τα πραγματικά ωρομίσθια στις προαναφερθείσες χώρες ήταν άνω του 25% χαμηλότερα από ό,τι θα ήταν, εάν η αύξηση των μισθών συνεχιζόταν με τον ρυθμό των ετών 2000-2007. Το μισθολογικό χάσμα ξεπέρασε το 20% σε Ελλάδα, Ουγγαρία και Ιρλανδία. Η ιστορία των μισθών είναι αποθαρρυντική και σε χώρες όπου το χάσμα δεν υφίσταται ή είναι πολύ μικρό, όπως η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ. Ελάχιστες είναι οι ευνοϊκές εξαιρέσεις, όπως η Γερμανία, όπου η αύξηση μισθών ήταν δυναμικότερη από το 2007 και μετά. Τέλος, αναφέρεται πως η πολιτική μπορεί να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην τόνωση της παραγωγικότητας και των μισθών. Αν και στο παρελθόν δινόταν έμφαση στη βελτίωση των δεξιοτήτων μέσω κατάρτισης, σήμερα φαίνεται πως είναι εξίσου σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν πλήρως τα προσόντα τους στην εργασία τους.

*Διευθυντής τμήματος απασχόλησης, εργασίας και κοινωνικών υποθέσεων, ΟΟΣΑ.
**Επικεφαλής κλάδου ανάλυσης απασχόλησης και πολιτικής του ανωτέρω τμήματος.
***Ανώτατος οικονομολόγος του ανωτέρω κλάδου.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα voxeurope.org.