ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι αγορές αισιοδοξούν για το Brexit, όχι όμως και η πραγματική οικονομία

Οι αγορές αισιοδοξούν για το Brexit, όχι όμως και η πραγματική οικονομία

Οσοι δραστηριοποιούνται σε επενδύσεις στις διεθνείς κεφαλαιαγορές φαίνεται να πιστεύουν ότι η Βρετανία θα μπορέσει με ευκολία να καταρτίσει μία νέα συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Το πιθανότερο, από ό,τι δείχνουν όμως τα πράγματα, είναι να υπάρξουν διαμάχες και διενέξεις μεταξύ των μελών της κυβέρνησης, περιπεπλεγμένες διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. και ένα μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Αφ’ ης στιγμής η Βρετανία ψήφισε να αποχωρήσει από την Ε.Ε., η στερλίνα απώλεσε 12% της αξίας της προς το δολάριο. Εντούτοις, οι δείκτες στο χρηματιστήριο του Λονδίνου έχουν ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Λόγου χάριν, ο δείκτης FTSE 100 έχει ενισχυθεί 8%, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι και σε όρους δολαρίου δεν έχει και τόσο σοβαρές απώλειες. Ακόμα και ο περισσότερο «εσωστρεφής» FTSE250 –με πολλές βρετανικές επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους– έχει σε μεγάλο βαθμό ανακάμψει ύστερα από τις απώλειες λόγω της έκβασης του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου. Πάντως, η βρετανική οικονομία, η οποία το δεύτερο τρίμηνο εμφάνισε ρυθμό ανάπτυξης 0,6%, έχει ορισμένους δείκτες σήμερα οι οποίοι γεννούν προβληματισμό.

Οι λιανικές πωλήσεις υπέστησαν τη δραστικότερη κάμψη τους σε τέσσερα χρόνια. Η Συνομοσπονδία Βρετανικών Βιομηχανιών αναφέρει πως οι εταιρείες-μέλη της δείχνουν περισσότερο απαισιόδοξοι από ποτέ στο διάστημα των τελευταίων επτά ετών. Επιπροσθέτως, ο Δείκτης Διευθυντών Προμηθειών υποχώρησε σε ναδίρ επταετίας. Με άλλα λόγια, δεν εναρμονίζονται οι απόψεις των αγορών με εκείνες της πραγματικής οικονομίας και μάλλον οι άνθρωποι των επιχειρήσεων έχουν καλύτερη αίσθηση των πραγμάτων. Αρκεί να σκεφθείτε το εξής: η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι θα καταβάλει προσπάθεια να πείσει τα μέλη του υπουργικού της συμβουλίου να συμφωνήσουν σε κοινή γραμμή για το νόημα του Brexit. Παρά το ότι η ίδια συμμετείχε στην εκστρατεία παραμονής της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν θα μπορέσει εύκολα να συσπειρώσει την κυβέρνησή της πίσω από τη γραμμή τη λεγόμενη «ήπιο Βrexit» – μία συμφωνία, δηλαδή, η οποία θα επιτρέψει στη Βρετανία να διατηρήσει μια λελογισμένα καλή πρόσβαση στην ενιαία αγορά, η οποία και αντιστοιχεί στο σχεδόν 50% των εμπορικών της συναλλαγών συνολικά.

Ο λόγος είναι πως οι Βρυξέλλες σχεδόν με βεβαιότητα θα επιμείνουν η Βρετανία να εξακολουθήσει να επιτρέπει σε πολίτες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης να εγκαθίστανται ελεύθερα στο έδαφός της. Αυτό θα ήταν κατάρα για πολλούς σκληροπυρηνικούς οπαδούς της εξόδου, συμπεριλαμβανομένων και υπουργών, τους οποίους η Τερέζα Μέι έχει επιλέξει να ηγηθούν της διαδικασίας διάζευξης, καθώς και πολλών βουλευτών από το κόμμα της των Συντηρητικών, καθώς και υποστηρικτών τους εντός Βρετανίας.

Ενδεχομένως να χρειαστούν πολλοί μήνες και πολλά επιχειρήματα προτού η πρωθυπουργός διαμορφώσει κοινή θέση. Και αυτός είναι ένας λόγος, που δεν θα ενεργοποιήσει το άρθρο 50 στη Συνθήκη της Λισσαβώνας έως το 2017. Ενας άλλος είναι ότι χρειάζεται περαιτέρω διαβουλεύσεις σε εύρος και σε βάθος με το Κοινοβούλιο, τη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Στο μεσοδιάστημα, η Τερέζα Μέι θα δυσκολευθεί επίσης να λάβει σαφή κατεύθυνση από την Ε.Ε. σχετικά με το πώς θα είναι η συμφωνία που θα προτείνει. Ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν πως η πρωθυπουργός δεν θα είναι έτοιμη να πατήσει το κουμπί του άρθρου 50 πριν από τον Μάρτιο του 2017. Ωστόσο, ακόμη και τότε δεν θα ξεκινήσουν όντως οι συνομιλίες, επειδή η Γαλλία πρώτα και η Γερμανία αργότερα θα έχουν εκλογές. Με δεδομένη την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού, καμία κυβέρνηση στις δύο χώρες δεν θα θέλει να κάνει παραχωρήσεις στη Βρετανία προ της διενέργειας των εκλογών. Οταν, τελικά, αρχίσει η διαδικασία κανονικά, πιθανώς το τέταρτο τρίμηνο του 2017, η Βρετανίδα πρωθυπουργός θα αντιμετωπίσει ακόμη ένα πρόβλημα: ουσιαστικά πρόκειται για δύο ξεχωριστές διαδικασίες, μία για την έξοδο και μία για τη νέα εμπορική συμφωνία. Η πρώτη, όπως εμμένουν οι Βρυξέλλες, η οποία θα διαρκέσει υποθετικά δύο χρόνια, πρέπει να ολοκληρωθεί πριν ξεκινήσει η δεύτερη. Ακόμη κι έτσι, όμως, ελάχιστοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι η νέα συμφωνία θα χρειαστεί μόνο δύο χρόνια. Συνεπώς η Βρετανία θα αποχωρήσει από την Ε.Ε. το 2019, όπως φαίνεται, χωρίς να έχει στα χέρια της, πάντως, μια μακρόπνοη συμφωνία εμπορικών συναλλαγών. Eάν, τότε, πρέπει να στραφεί στον ΠΟΕ, ο οποίου κατ’ ουσίαν δεν κάνει τίποτε για την απελευθέρωση των υπηρεσιών, η οικονομία της θα πληγεί σημαντικά.