ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΟΟΣΑ: Η υψηλή ανεργία μπορεί να γίνει η νέα κανονικότητα

oosa-i-ypsili-anergia-mporei-na-ginei-i-nea-kanonikotita-2144838

Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του 2007 και του 2015 κατά 10,4%, σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την απασχόληση το 2016. Πρόκειται για τεράστια μείωση των πραγματικών αποδοχών (στον πραγματικό μισθό, σε αντίθεση με τον ονομαστικό υπολογίζεται η επίδραση του πληθωρισμού στο ύψος του μισθού) η οποία αναδεικνύει τις πρωτοφανείς δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι Ελληνες εργαζόμενοι σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση της ανεργίας, του ύψους της φορολογίας και τον περιορισμό των λιγοστών και χαμηλής ποιότητας κοινωνικών υπηρεσιών που προσέφερε το ελληνικό κράτος στους πολίτες του ήδη πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Κατά τον ΟΟΣΑ το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι κατά 9% χαμηλότερο απ’ ό,τι ήταν το 2007, ενώ στο μεσοδιάστημα ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης μειώθηκε στην Ελλάδα κατά 17%, ποσοστά που είναι και τα δύο αστρονομικά υψηλά.

Συγκριτικά στο σύνολο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ το κενό της απασχόλησης αναμένεται να έχει καλυφθεί πλήρως στα τέλη του 2017, δηλαδή δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Μόνο στη Βρετανία και στην Πορτογαλία έχει καταγράψει ο ΟΟΣΑ μείωση των πραγματικών μισθών, κατά 10,4% στην πρώτη και κατά 3,7% στη δεύτερη. Σύνθετα φαινόμενα όπως η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα πολιτικά κόμματα και γενικότερα προς την πολιτική και προς τους κοινωνικούς φορείς ασφαλώς δεν μπορούν να αποδοθούν σε ένα μόνο αίτιο.

Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι μέχρι το τέλος του 2017 η απασχόληση θα έχει επιστρέψει στο επίπεδο όπου είχε βρεθεί στα τέλη του 2007. Αντιθέτως, η ανεργία θα είναι ακόμη κατά 0,6% υψηλότερη απ’ ό,τι ήταν πριν από την κρίση. «Αν και είναι καλοδεχούμενα τα νέα, το γεγονός ότι η μεγάλη ύφεση περιόρισε την απασχόληση επί σχεδόν δέκα χρόνια αποτελεί δείγμα της σφοδρότητάς της και του τιμήματος το οποίο πλήρωσαν οι εργαζόμενοι» αναφέρει ο κ. Στέφανο Σκαρπέτα, διευθυντής του ΟΟΣΑ για την απασχόληση.

Αν τα κράτη δεν καταφέρουν να μεταβούν στην ψηφιακή οικονομία και να αντιμετωπίσουν τις δημογραφικές απειλές που έχουν μπροστά τους μέσω της εφαρμογής πολιτικής που να οδηγεί σε αύξηση της ανάπτυξης και των ποιοτικών θέσεων εργασίας που συνοδεύονται από επαρκείς μισθούς, τότε τα προβλήματα που έπληξαν τις αγορές εργασίας μετά την κρίση θα μπορούσαν να γίνουν «η νέα κανονικότητα», προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ. Ειδικά για χώρες που εξακολουθούν να έχουν υψηλό ποσοστό ανεργίας, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, οι αναλυτές του ΟΟΣΑ προειδοποιούν πως είναι πιθανό να μην καταφέρουν να την μειώσουν προτού χτυπήσει ο επόμενος υφεσιακός κύκλος.

Ο μεγάλος χαμένος

Το ότι η Ελλάδα είναι ο μεγάλος χαμένος από τις διαδοχικές κρίσεις που έπληξαν την παγκόσμια οικονομία και ακόμη περισσότερο την Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια είναι σαφές εδώ και καιρό. Ωστόσο, τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΟΟΣΑ έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή στην πλειονότητα των περιπτώσεων καλύπτουν μέχρι και το 2015, προσφέροντας συνολική εικόνα της κατάστασης. Πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί και αξιωματούχοι έχουν επιπλήξει τους Ελληνες τα τελευταία χρόνια κατηγορώντας τους ότι δεν έχουν επιτύχει πρόοδο και ότι αντιδρούν αναίτια. Σε καμία άλλη χώρα του ΟΟΣΑ δεν είδαν οι πολίτες τους πραγματικούς τους μισθούς να μειώνονται κατά 10,4% και ταυτόχρονα την απασχόληση να μειώνεται κατά 9%. Συγκριτικά στη Βρετανία οι μισθοί μειώθηκαν στο ίδιο ποσοστό, αλλά τουλάχιστον η απασχόληση αυξήθηκε κατά 0,6%. Στην Πορτογαλία οι πολίτες είδαν τον πραγματικό τους μισθό να μειώνεται κατά 3,7% και την απασχόληση να μειώνεται κατά 5,4%, ποσοστά πολύ άσχημα, αλλά όχι τόσο τρομακτικά όσο της Ελλάδας. Στην Ιρλανδία, μία ακόμη «μνημονιακή» χώρα, η απασχόληση μειώθηκε επίσης σε πολύ μεγάλο ποσοστό, 7,9%, αλλά τουλάχιστον οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 1,6%. Περίπου ανάλογη είναι και η εικόνα στην Ισπανία, όπου επίσης καταγράφεται πολύ μεγάλη μείωση της απασχόλησης (-8,5%), αλλά αντισταθμίζεται κάπως από μικρή αύξηση των πραγματικών μισθών.

Γερμανική υπεροχή

Στον αντίποδα βρίσκεται η Γερμανία, όπου καταγράφτηκε μεγάλη (για τη Γερμανία) αύξηση του πραγματικού μισθού κατά 13,9% και παράλληλα αύξηση της απασχόλησης κατά 5,1%.
Ο ΟΟΣΑ παραθέτει ένα ακόμη στατιστικό στοιχείο που αποκαλύπτει τη σφοδρότητα της κρίσης που πέρασαν πολλές χώρες τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για το αθροιστικό έλλειμμα στην αύξηση των πραγματικών ωρομισθίων αλλά και της παραγωγικότητας. Δυστυχώς, η Ελλάδα βρίσκεται ψηλά και στις δύο κατηγορίες. Αν τα ωρομίσθια είχαν εξακολουθήσει να αυξάνονται από τα τέλη του 2007 με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίον αυξάνονταν το διάστημα 2000 – 2007, τότε στα τέλη του 2015 το πραγματικό ωρομίσθιο που θα λάμβανε κατά μέσον όρο ο Ελληνας εργαζόμενος θα ήταν κατά 22,5% υψηλότερο και η παραγωγικότητα κατά 21,1% υψηλότερη. Μόνο στη Βρετανία και στις χώρες της Βαλτικής και της κεντρικής Ευρώπης καταγράφονται παρόμοια ή υψηλότερα ποσοστά.

Στην παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης η οικονομία

Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους η βελτίωση της κατάστασης στις αγορές εργασίας είναι τόσο αργή είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της «παγίδας χαμηλής ανάπτυξης» στην οποία έχει πέσει η παγκόσμια οικονομία μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – 2009, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.

Τα βασικά χαρακτηριστικά μιας «παγίδας χαμηλής ανάπτυξης» είναι το χαμηλό επίπεδο των επενδύσεων, η αναιμική αύξηση της παραγωγικότητας, η μικρή αύξηση της απασχόλησης και η στασιμότητα των μισθών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κατάσταση είναι δραματική και στους τέσσερις τομείς.

Η προοπτική για ταχεία ανάκαμψη της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική και τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και από τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή οικονομία και γενικότερα στην παγκόσμια οικονομία. Οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί. Οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ προβλέπουν πως η ανεργία στην Ελλάδα θα έχει μειωθεί στα τέλη του 2016 στο 23,9% και στο 22,6% στα τέλη του 2017. Δυστυχώς, η Ελλάδα θα εξακολουθήσει και τα επόμενα χρόνια να έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας μεταξύ των χωρών- μελών του ΟΟΣΑ (όπως και της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης), με εξαίρεση τη Νότιο Αφρική.

Η βασική σύσταση του ΟΟΣΑ προς τις κυβερνήσεις ώστε να περιορίσουν την ανεργία είναι να χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία, περιλαμβανομένων «πιο φιλόδοξης δημοσιονομικής πολιτικής και επιπρόσθετων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Στην περίπτωση της Ελλάδας αλλά και της Ευρωζώνης τα περιθώρια για επεκτατική δημοσιονομική πολιτική είτε δεν υπάρχουν είτε δεν υπάρχει η πολιτική βούληση να χρησιμοποιηθούν. Η έννοια της διαρθρωτικής μεταρρύθμισης έχει κακοποιηθεί στην Ελλάδα, όπου πλέον είναι σχεδόν ταυτόσημη απλώς με την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Το πρόβλημα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, είναι πως αν και μακροπρόθεσμα οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου, βραχυπρόθεσμα οδηγούν σε αναδιανομή εισοδήματος.

Οπως είναι λογικό, αντιμετωπίζεται εχθρικά από όσους πλήττονται. Για παράδειγμα η ανασφάλεια στην ελληνική αγορά εργασίας, δηλαδή ο φόβος ότι κάποιος θα βρεθεί άνεργος και ότι το επίδομα ανεργίας δεν θα επαρκεί ώστε να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, εκτοξεύτηκε μεταξύ 2007 και 2013, με την Ελλάδα να κατρακυλάει από την 31η στην 33η και τελευταία θέση. Για την ακρίβεια η ανασφάλεια στην ελληνική αγορά εργασίας εκτοξεύτηκε από το 7% το 2007 στο 33% το 2013. Αναμενόμενο, δεδομένου ότι το 36% των εργαζομένων θεωρεί ότι κινδυνεύει να χάσει τη θέση εργασίας του τη στιγμή που επίδομα ανεργίας λαμβάνει μόλις το 10% των ανέργων. «Στην Ελλάδα η ποιότητα της εργασίας ήταν σχετικά χαμηλή ήδη πριν από την κρίση και η έντονη ύφεση επιδείνωσε περαιτέρω την ποιότητα των εσόδων και των ανασφάλεια στην αγορά εργασίας» αναφέρεται στην έκθεση.

«Εξυπνες» μεταρρυθμίσεις

Ο ΟΟΣΑ προτείνει οι κυβερνήσεις να προσεγγίσουν «έξυπνα» τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ο περιορισμός της προστασίας που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι οδηγεί βραχυπρόθεσμα σε μείωση της απασχόλησης, λέει ο ΟΟΣΑ, αλλά αυτό μπορεί να αποφευχθεί αν εφαρμοστεί η μεταρρύθμιση όταν αναπτύσσεται η οικονομία και αν συνοδευτεί από πιο αποτελεσματικά επιδόματα ανεργίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν μπορεί κανείς να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι θα συμβούν σύντομα αυτά τα δύο. Μια τρίτη λύση είναι να υπάρξει καλύτερη εκμετάλλευση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, κάτι που οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας και των μισθών. Μεταξύ δύο εργαζομένων που διαθέτουν το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης και δεξιοτήτων αυτοί που χρησιμοποιούν περισσότερο τις γνώσεις τους στην εργασία τους είναι περισσότερο παραγωγικοί, απολαμβάνουν υψηλότερο μισθό και τελικά αποκομίζουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από την εργασία τους, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Δυστυχώς, στην Ελλάδα πολιτικοί, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι έχουν πολλή δουλειά μπροστά τους και σε αυτόν τον τομέα. Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση όσον αφορά στο κατά πόσον οι εργαζόμενοι διαβάζουν στο πλαίσιο της εργασίας τους, ενώ στην τελευταία θέση βρίσκεται η Τουρκία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η πιο περιορισμένη χρήση γνωστικών δεξιοτήτων στον χώρο εργασίας γίνεται σε Τουρκία, Ελλάδα, Χιλή και Ιταλία. Σε μια κλίμακα από το 1 μέχρι το 5, το 3 σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος χρησιμοποιεί το διάβασμα «πιο σπάνια από μία φορά την εβδομάδα, αλλά πιο συχνά από μία φορά τον μήνα». Φυσικά, το κατά πόσο διαβάζει ένας εργαζόμενος στον χώρο εργασίας εξαρτάται και από πολλούς άλλους παράγοντες, όπως κατά πόσον υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των γνώσεών του και της θέσης εργασίας στην οποία απασχολείται. Από το κατά πόσον ο εργοδότης είναι αρκετά ευέλικτος ώστε να αναγνωρίσει και τελικά να χρησιμοποιήσει τις δεξιότητες του υπαλλήλου του, από το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων αλλά και από το είδος των επαγγελμάτων που κυριαρχούν σε μια οικονομία.