ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέα υποχώρηση 0,5% της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ το β΄ τρίμηνο

nea-ypochorisi-0-5-tis-paragogikotitas-stis-ipa-to-v-trimino-2146327

Υποχωρεί η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ, μια εξέλιξη που θέτει εν αμφιβόλω την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την προοπτική ενίσχυσης των μισθών και άρα την ανάπτυξη στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. «Ο λόγος που η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να ενισχύεται είναι η απασχόληση, δηλαδή οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να κάνουν προσλήψεις», σχολιάζει ο Τζόζεφ λα Βόργκνα, επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Securities στη Νέα Υόρκη. Ομως, αυτή η κατάσταση δεν θα μπορέσει να διαρκέσει για πάντα. «Οι προσλήψεις σε ένα περιβάλλον χαμηλής παραγωγικότητας σημαίνει πως θα υπάρξει μεγαλύτερη επιδείνωση των περιθωρίων κέρδους», προσθέτει ο οικονομολόγος της γερμανικής τράπεζας στη συνέχεια.

Αναλυτικότερα, η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ υποχωρεί επί τρίτο συναπτό τρίμηνο, που είναι η μεγαλύτερη χρονικά περίοδος που έχει καταγραφεί από το 1979. Τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας έδειξαν πως η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ υποχώρησε κατά 0,5% το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου από πέρυσι, αφού είχε διολισθήσει κατά 0,6% το α΄ τρίμηνο και κατά 0,4% το β΄ τρίμηνο.

Η παραγωγικότητα μιας οικονομίας καθορίζεται από το ανά ώρα παραγόμενο προϊόν κάθε εργαζομένου. Αντανακλά τις επενδύσεις που κάνει μια επιχείρηση για να αυξήσει τις επιδόσεις των εργαζομένων της αλλά και τις προσλήψεις εκ μέρους των εργοδοτών, ενισχύοντας τη συνδρομή του εργατικού δυναμικού στην εξίσωση της παραγωγικότητας και κατ’ επέκταση στις επιδόσεις της ευρύτερης οικονομίας.

Στις ΗΠΑ, η παραγωγικότητα αυξήθηκε απότομα τη δεκαετία του ’90 διότι η ευρεία χρήση των υπολογιστών σε καθημερινή βάση ενίσχυσε τις επιδόσεις των εργαζομένων. Σήμερα, όμως, οι εταιρείες διστάζουν να αναβαθμίσουν τον τεχνολογικό εξοπλισμό τους επειδή επικρατεί μια δυσοίωνη προοπτική για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή η δυσοίωνη προοπτική αντικατοπτρίζεται στις χαμηλές πληθωριστικές πιέσεις που επικρατούν στις ισχυρότερες οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου από τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρωζώνη και την Ιαπωνία. Η διστακτικότητα των νοικοκυριών να επεκτείνουν τις καταναλωτικές δαπάνες τους αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις να αυξήσουν τις επενδύσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο με αντιπληθωριστικές τάσεις. Ισχυρός είναι, επίσης, ο παράγοντας της αβεβαιότητας που εντείνεται από την απόφαση των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ενωση στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου. «Η περίοδος της αβεβαιότητας θα είναι αρκετά παρατεταμένη… θα διαρκέσει τουλάχιστον μία διετία», σχολιάζει ο Στέφανο Πεσίνα, διευθύνων σύμβουλος της αλυσίδας φαρμακείων Walgreens Boots Alliance που δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 25 χώρες, στη βρετανική εφημερίδα Financial Times.

Οπως γράφει ο Ερικ Πλατ στο σχετικό άρθρο των Financial Times, η κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων υποχωρεί επί πέντε συναπτά τρίμηνα, με τους αναλυτές της αγοράς να διαβλέπουν περαιτέρω –αν και μετριοπαθέστερη– πτώση στο διάστημα του γ΄ τριμήνου του 2016.

Η κατανάλωση στις ΗΠΑ παραμένει ισχυρή αλλά οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 2,7% το γ΄ τρίμηνο σε ετήσια βάση, δηλαδή χαμηλότερα από τον μέσον όρο του 4,37% από το 1993 μέχρι το 2016, αν και το β΄ τρίμηνο του έτους σημειώθηκε η ταχύτερη αύξηση των προσωπικών δαπανών πάνω από ένα έτος. Εντούτοις, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε από τους κατόχους πιστωτικών καρτών, ενώ οι εταιρείες βασικών ή και προαιρετικών προϊόντων είναι συντηρητικές στις εκτιμήσεις τους. Χαρακτηριστικά, η αλυσίδα Starbucks ανακοίνωσε χαμηλότερη του αναμενόμενου αύξηση των πωλήσεων για το γ΄ τρίμηνο. Ο διευθύνων σύμβουλος, Χάουαρντ Σουλτς, δήλωσε τα εξής: «Δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε την εξασθένηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης που έχει προκαλέσει μεγάλη πτώση στην κίνηση των εστιατορίων ταχείας εξυπηρέτησης και γενικότερα στον τζίρο των εστιατορίων, που θέτει ζήτημα επιβίωσης σε πολλούς ανταγωνιστές μας». Η καταναλωτική εμπιστοσύνη κινήθηκε τον Ιούλιο στις 90 μονάδες, αποτελώντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο.

Ακόμη ένα ζήτημα που αποθαρρύνει τις εταιρείες να προχωρήσουν σε επενδύσεις, σχολιάζουν οικονομικοί αναλυτές, είναι η αύξηση των μισθών, γεγονός που ασκεί πιέσεις στα περιθώρια κερδοφορίας των επιχειρήσεων.