ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι γαλλικές εξαγωγές παραμένουν αδύναμες

oi-gallikes-exagoges-paramenoyn-adynames-2156601

Συνήθως το λιμάνι της Ρουέν στη βόρεια Γαλλία σφύζει από δραστηριότητα τον Οκτώβριο, καθώς πλοία φορτωμένα με σιτάρι αναχωρούν για μακρινές αγορές. Ομως, εφέτος δεν υπάρχει πιθανότητα το σιτάρι να ενισχύσει τις γαλλικές εξαγωγές εξαιτίας της φτωχότερης σοδειάς των τελευταία τριάντα ετών.

Το εξωτερικό εμπόριο φαίνεται ότι αποτελεί μία από τις αδυναμίες της ανακάμπτουσας γαλλικής οικονομίας. «Τα πράγματα χειροτέρεψαν πέρυσι και χάνουμε μερίδιο από την (εξαγωγική) αγορά», λέει ο κ. Βλαντιμίρ Πασερόν, επικεφαλής οικονομικών προβλέψεων στη γαλλική στατιστική υπηρεσία (INSEE). Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της υπηρεσίας, ο περιορισμός του εξωτερικού εμπορίου θα οδηγήσει σε μείωση του γαλλικού ΑΕΠ κατά 0,4% το 2016 και ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 1,3% δηλαδή χαμηλότερα από το 1,5% που προβλέπει η γαλλική κυβέρνηση. Με τις προεδρικές εκλογές να διεξάγονται σε έξι μήνες, ο πρόεδρος κ. Φρανσουά Ολάντ ήλπιζε ότι μέχρι σήμερα θα είχε αρχίσει να αποδίδει το πρόγραμμα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας που είχε εξαγγείλει το 2013 στην προσπάθεια να κάνει πιο ανταγωνιστική τη γαλλική οικονομία. Ωστόσο, τα κέρδη από το πρόγραμμα έρχονται πολύ αργά για έναν πρόεδρο με πολύ χαμηλή δημοτικότητα, ο οποίος δεν έχει ακόμη ανακοινώσει αν θα είναι υποψήφιος στις εκλογές.

Χάρη στην εξασθένηση του ευρώ τα τελευταία δύο χρόνια και χάρη στο χαμηλότερο κόστος των εισαγωγών πετρελαίου, το γαλλικό εμπορικό έλλειμμα έχει μειωθεί από το επίπεδο ρεκόρ όπου είχε φτάσει το 2011. Ωστόσο, η ανάκαμψη της εσωτερικής ζήτησης τροφοδότησε την ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών και όχι των εξαγωγών, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα να επιστρέψει κοντά στο επίπεδο ρεκόρ, αν εξαιρεθούν οι εισαγωγές ενέργειας, παρά τη –λησμονημένη από όλους– υπόσχεση της κυβέρνησης να το εξαλείψει.

Η υπόσχεση είχε δοθεί με την ελπίδα ότι το πρόγραμμα φοροαπαλλαγών, ύψους 43 δισ. ευρώ, που είχε ανακοινώσει ο Ολάντ το 2013 θα είχε καταστήσει φθηνότερη την πρόσληψη Γάλλων εργατών και θα συνέβαλε στην ανάκαμψη της κερδοφορίας των γαλλικών επιχειρήσεων ώστε αυτές να μπορούν στη συνέχεια να επενδύσουν και να κάνουν προσλήψεις. Το πρόγραμμα προβλέπει φοροαπαλλαγή ίση με το 6% του κόστους μισθοδοσίας μιας επιχείρησης για μισθούς μέχρι 2,5 φορές πάνω από τον κατώτατο μισθό. Τα περιθώρια κέρδους των γαλλικών επιχειρήσεων έχουν ανακάμψει και οι μισθοί στη Γαλλία έχουν αυξηθεί, αλλά με πολύ χαμηλότερο ρυθμό απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Η Γαλλία ανέκτησε ανταγωνιστικότητα έναντι της Γερμανίας –κάτι με το οποίο είχαν εμμονή οι Γάλλοι πολιτικοί– όμως την ίδια στιγμή έχασε έδαφος έναντι της Ισπανίας και της Ιταλίας, οι οποίες εφάρμοσαν πολύ πιο εντατικά μεταρρυθμίσεις. Το κόστος εργασίας στη Γαλλία αυξανόταν πολύ ταχύτερα σε σύγκριση με τη Γερμανία μέχρι να αναλάβει την εξουσία ο κ. Ολάντ το 2012, ωστόσο έκτοτε έχει αυξηθεί μόλις κατά το ήμισυ σε σχέση με το γερμανικό. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το κόστος εργασίας στη Γερμανία έχει αυξηθεί κατά 8% από το 2012. «Ασφαλώς και έχουμε προοδεύσει σε σχέση με τη Γερμανία, αλλά οι χώρες του Νότου, ιδιαίτερα η Ισπανία έχουν μειώσει τους μισθούς», λέει ο κ. Ντοριάν Ρουσέ, οικονομολόγος στο INSEE.

Το κόστος εργασίας στην Ισπανία έχει μειωθεί κατά 2% σε σχέση με το 2012, κάτι που αποτελεί κακό νέο για τις γαλλικές επιχειρήσεις. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η ισπανική παραγωγή ξεπέρασε τη γαλλική το 2013 και πλέον είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ευρώπη με 2,2 εκατομμύρια μονάδες.

Συνολικά, το μερίδιο της Γαλλίας στην παγκόσμια αγορά έχει μείνει σταθερό στο 12% από την αρχή της προεδρίας Ολάντ. Βέβαια, το πρόγραμμα φοροαπαλλαγών Ολάντ έχει αποδώσει 50 με 100 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, αν και ακόμη δεν έχει εκτιμηθεί η συνολική επίδρασή του στη γαλλική οικονομία. Με αυτά τα δεδομένα, μια καλύτερη σοδειά σιταριού το 2017 θα είναι καλοδεχούμενο νέο για τις γαλλικές εξαγωγές.