ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπέρ της άρσης του προστατευτισμού

yper-tis-arsis-toy-prostateytismoy-2156604

«Μία από τις μείζονες προκλήσεις της εποχής μας είναι να διατηρήσουμε ανοιχτούς και διευρυνόμενους τους ορίζοντες του διεθνούς εμπορικού μας συστήματος. Δυστυχώς, οι φιλελεύθερες αρχές του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος δέχονται κλιμακούμενες επιθέσεις και ο προστατευτισμός κερδίζει διαρκώς έδαφος. Υπάρχει κίνδυνος να κλονιστεί το σύστημα… ή να διαλυθεί και να επαναληφθεί το κακό σενάριο του 1930». Κανείς δεν θα σας παρεξηγούσε εάν πιστεύατε ότι αυτές οι γραμμές προέρχονται από κάποιο πρόσφατο άρθρο στα ΜΜΕ σχετικά με την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σκέψεις του πανεπιστημιακού Καρλ Τζ. Γκριν, γραμμένες το 1981. Τότε η ανησυχία στις προηγμένες οικονομίες είχε να κάνει με τον στασιμοπληθωρισμό, και ήταν η Ιαπωνία, και όχι η Κίνα, η οποία προκαλούσε αναταραχή στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη είχαν αντιδράσει εγείροντας «τείχη» και επιβάλλοντας «εκούσιους περιορισμούς» στις εξαγωγές ιαπωνικών αυτοκινήτων και ιαπωνικού χάλυβα. Η δημόσια συζήτηση για την ανάδυση ενός νέου προστατευτισμού ήταν πολύ έντονη.

Ωστόσο αυτό που επακολούθησε δεν δικαιολογούσε την αρχική απαισιόδοξη διάθεση. Το παγκόσμιο εμπόριο δεν διοχετεύθηκε προς Νότον, αλλά άκμασε τις δεκαετίες 1990 και 2000, με την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, τον πολλαπλασιασμό των διμερών και περιφερειακών εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών, καθώς και με την ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμια οικονομική δύναμη. Ουσιαστικά είχε εγκαινιαστεί μια νέα εποχή παγκοσμιοποίησης ή, καλύτερα, υπερπαγκοσμιοποίησης. Αποδείχθηκε ότι έκαναν λάθος οι οικονομολόγοι και οι ειδικοί περί εμπορίου, οι οποίοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για προστατευτισμό. Και εάν οι κυβερνήσεις είχαν πειστεί και δεν είχαν ανταποκριθεί στα αιτήματα των πολιτών, μάλλον θα είχε επιδεινωθεί η κατάσταση. Κι αυτό γιατί ό,τι φαινόταν στους συγχρόνους ως «βλαπτικός προστατευτισμός» ήταν στην πράξη η εκτόνωση που χρειαζόταν για να μην κλιμακωθούν επικίνδυνα οι πολιτικές πιέσεις. Μήπως, λοιπόν, με αυτά κατά νου και οι σημερινοί που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου είναι υπερβολικοί; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρόσφατα προειδοποίησε ότι η βραδεία ανάπτυξη και ο λαϊκισμός πιθανώς να προξενήσουν έξαρση του προστατευτισμού. «Είναι ζωτικής σημασίας να προστατεύσουμε τις προοπτικές της μεγαλύτερης ενοποίησης του διεθνούς εμπορίου», δήλωσε ο ανώτατος οικονομολόγος του ΔΝΤ Μορίς Οστφλεντ. Εντούτοις, μέχρι στιγμής υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι κυβερνήσεις απομακρύνονται από τις αρχές της ανοιχτής οικονομίας.

Η διαφορά έγκειται στο ότι οι λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις φαίνεται να είναι σήμερα πιο ενισχυμένες και να έχουν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν έδαφος. Εν μέρει η εξέλιξη αυτή θεωρείται αντίδραση στα επιτεύγματα της προηγμένης παγκοσμιοποίησης, η οποία συντελέστηκε από το 1980 και μετά. Πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο να σκεφθεί κανείς πως η Βρετανία θα αποχωρούσε από την Ευρωπαϊκή Ενωση ή ότι ένας υποψήφιος πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ΗΠΑ θα υποσχόταν αθέτηση εμπορικών συμφωνιών, την ανέγερση τείχους στα σύνορα με το Μεξικό και την τιμωρία επιχειρήσεων που μετακινούνται σε άλλες χώρες. Πάντως αυτό που μας διδάσκει η δεκαετία του 1980 είναι ότι μια κάποια αντιστροφή της υπερπαγκοσμιοποίησης δεν έχει απαραίτητα αρνητικά αποτελέσματα, στον βαθμό που εξυπηρετεί τη διατήρηση μιας λελογισμένα ανοιχτής παγκόσμιας οικονομίας. Και, όπως συχνά επισημαίνω, χρειαζόμαστε μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ εθνικής αυτονομίας και παγκοσμιοποίησης. Συγκεκριμένα, οφείλουμε να θέσουμε σε προτεραιότητα τις προδιαγραφές της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των αρχών του διεθνούς εμπορίου και της απρόσκοπτης ροής των επενδύσεων.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Χάρβαρντ.