ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επεισόδια ενός δύσκολου «διαζυγίου» μεταξύ Βρετανίας και Ε.Ε.

epeisodia-enos-dyskoloy-diazygioy-metaxy-vretanias-kai-e-e-2157133

Συμφιλιωτική παρουσιάστηκε η Βρετανή πρωθυπουργός Τερέζα Μέι κατά τη Σύνοδο Κορυφής την Πέμπτη και την Παρασκευή, αν και μάλλον δεν πέτυχε τον στόχο της. «Η Βρετανία εγκαταλείπει την Ε.Ε. αλλά θα εξακολουθήσουμε να διαδραματίζουμε ρόλο μέχρι να φύγουμε και θα είμαστε ισχυρός εταίρος, στον οποίο μπορεί να βασιστεί κανείς αφότου φύγουμε», είπε η κ. Μέι. Η απάντηση που έλαβε από Βερολίνο και Παρίσι ήταν ότι, αφού η Βρετανία αποφάσισε να φύγει, θα πρέπει να περιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις θα είναι «σκληρές».

Αν η κ. Μέι ήλπιζε ότι θα έπειθε Βερολίνο και Παρίσι να αρχίσουν διερευνητικές διαπραγματεύσεις προτού καταθέσει επίσημα το αίτημα για αποχώρηση από την Ε.Ε., τότε θα απογοητεύθηκε. «Αν η κ. Μέι θέλει “σκληρό” Brexit, τότε θα λάβει σκληρές διαπραγματεύσεις», παρατήρησε ο Φρανσουά Ολάντ. Αργότερα, ο κ. Ολάντ τόνισε, όπως το έχει κάνει πολλάκις και η Αγκελα Μέρκελ, ότι η Βρετανία θα πρέπει να αποδεχθεί την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων, αν επιθυμεί να έχει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή κοινή αγορά. «Ηταν, κυρίως, επανάληψη όσων είχαμε ακούσει μέχρι σήμερα», δήλωσε η κ. Μέρκελ μετά τις εργασίες της πρώτης ημέρας της Συνόδου Κορυφής, σχολιάζοντας την πεντάλεπτη, μεταμεσονύχτια, ομιλία της κ. Μέι για το Brexit. «Από πρακτική άποψη θα είναι πολύ δύσκολη η πορεία», πρόσθεσε η κ. Μέρκελ, σχολιάζοντας τη φύση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ε.Ε. και Βρετανίας, από τη στιγμή που η βρετανική κυβέρνηση ενεργοποιήσει επίσημα το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας το αργότερο μέχρι τα τέλη Μαρτίου, όπως έχει δεσμευθεί. «Δεν θα είναι τόσο εύκολες (σ.σ. οι διαπραγματεύσεις), αλλά όσα είπε σήμερα είναι εντάξει, αποτελούν μια καλή βάση», συμπλήρωσε η κ. Μέι. Αυτό που φαίνεται ότι προκάλεσε εκνευρισμό σε αρκετούς ηγέτες ήταν η προειδοποίηση της Βρετανής πρωθυπουργού πως μέχρι η χώρα της να εγκαταλείψει επισήμως την Ε.Ε. δεν πρόκειται απλώς να επισφραγίζει τις αποφάσεις των «28» και ότι θα πρέπει να λαμβάνει κανονικά μέρος στις συζητήσεις και στις διαπραγματεύσεις για τη λήψη αποφάσεων, ιδίως σε θέματα άμυνας και ασφάλειας.

Καθώς περνούν οι εβδομάδες, η εικόνα για τις προθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης και τις προσδοκίες της από τη μελλοντική εταιρική σχέση με την Ε.Ε. γίνεται ολοένα και πιο θολή αντί να καθαρίζει. Παράλληλα περιπλέκεται η κατάσταση και στο εσωτερικό, ενώ πληθαίνουν οι προειδοποιήσεις για τα πλήγματα που είναι πιθανό να δεχθεί η βρετανική οικονομία. Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ φαίνεται ότι είναι ο μόνος υπουργός που δεν επιθυμεί διακαώς «σκληρό» Brexit, δηλαδή την πλήρη απώλεια πρόσβασης στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά. Ωστόσο, φαίνεται πως ο κ. Χάμοντ έχει παραγκωνιστεί από τους συναδέλφους του και το ότι η κ. Μέι εξέφρασε την πλήρη εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Οι προσπάθειες του κ. Χάμοντ να μην αποκλειστεί πλήρως η πρόσβαση στην αγορά των 450 εκατ. καταναλωτών φαντάζουν δικαιολογημένες, αν αναλογιστεί κανείς την προειδοποίηση που απηύθυνε στις αρχές της εβδομάδας το αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, λέγοντας πως η Βρετανία θέτει σε κίνδυνο αμερικανικές επενδύσεις 600 δισ. δολαρίων, αν δεν έχει «πλήρη και απρόσκοπτη» πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Πάντως, η βρετανική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι η ενεργοποίηση του άρθρου 50 θα είναι αμετάκλητη και ότι στο τέλος των διαπραγματεύσεων το αποτέλεσμα θα πρέπει να εγκριθεί από το βρετανικό κοινοβούλιο.