ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο κίνδυνος της Ιταλίας και ο Γάλλος ασθενής

o-kindynos-tis-italias-kai-o-gallos-asthenis-2164001

Τίθεται ένα μείζον ερώτημα για την πορεία της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη, ειδικά όσον αφορά τη σύγκρισή της με την αντίστοιχη των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Δηλαδή, γιατί η τάση του ρυθμού ανάπτυξης είναι πιο αργή; Η απάντηση, η οποία θα μπορούσε να δοθεί, είναι απλή. Στην Ευρωζώνη, όπως είναι γνωστό, συγκαταλέγονται η Γαλλία και η Ιταλία, δύο από τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες με βαθιά ριζωμένα εγγενή διαρθρωτικά προβλήματα. Δεδομένης της φύσης τους αυτής, δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν ούτε με τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ούτε με δέσμη μέτρων δημοσιονομικής στήριξης. Σε αυτή την περίπτωση αποτέλεσμα έχουν μόνο οι μεταρρυθμίσεις με στόχο την ανάπτυξη, ώστε να ενισχυθούν οι δυνατότητες της οικονομίας ως προς την προσφορά. Το επόμενο ερώτημα έχει να κάνει με το πώς μπορούν οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις να εφαρμοστούν.

Το αναγκαίο συστατικό δεν είναι άλλο από την πολιτική βούληση. Το εάν τη διαθέτουν η Ιταλία και η Γαλλία συνιστά την ερώτηση-κλειδί για την Ευρώπη συνολικά. Παραδείγματος χάριν, με το να επιλέγεται ο Φρανσουά Φιγιόν ως ο υποψήφιος της γαλλικής Κεντροδεξιάς για τις προεδρικές εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν στις 7 Μαΐου του 2017, η Γαλλία αποστέλλει το πιο ενθαρρυντικό μήνυμά της προς τη διεθνή κοινότητα μέσα στις τελευταίες δεκαετίες. Στην περίπτωση της Ρώμης, τώρα, το δημοψήφισμα, το οποίο θα διεξαχθεί για τη συνταγματική μεταρρύθμιση αύριο, θα μας δώσει και την αναμενόμενη απάντηση. Πάντως, ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, από τότε που ανέλαβε την εξουσία, τον Φεβρουάριο του 2014, έχει προωθήσει μία δέσμη εντυπωσιακών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων δραστικών αλλαγών στην αγορά εργασίας. Ο ΟΟΣΑ έχει για τα κράτη-μέλη του ένα εργαλείο μέτρησης της προόδου στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων από το 1 (σημαντική πρόοδος σε όλες τις σχετικές περιοχές) έως το 0 (καμία τέτοια πρόοδος), εκτιμώντας τα αποτελέσματά τους σε μία χρονική διάρκεια διετίας. Η Ιταλία είχε ανομοιογενή αποτελέσματα το 2010/2011 και το 2012/2013, αν και στη συνέχεια και υπό την καθοδήγηση του Ματέο Ρέντσι βρέθηκε στην κορυφή για το 2014/2015, ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της Βρετανίας.

Εκτοτε, η χώρα έχει αρχίσει να δρέπει τους πρώτους καρπούς. Η απασχόληση από τα τέλη του 2014 ενισχύθηκε 1,7%, εν συγκρίσει με το 1% της Γαλλίας και σχεδόν συμβαδίζει με το 1,8% της Γερμανίας. Εντούτοις, τα οφέλη της Ιταλίας δεν είναι τόσο εύρωστα και εκτεταμένα, ώστε να εντυπωσιάσουν άνω του 50% των ψηφοφόρων. Τι θα συμβεί, λοιπόν, εάν ο Ρέντσι ηττηθεί; Η χώρα του θα χάσει μία μεγάλη ευκαιρία να εξορθολoγίσει τη δημόσια διοίκηση και να διευκολύνει την ψήφιση μελλοντικών μεταρρυθμίσεων. Από μόνη της αυτή η εξέλιξη είναι δυσμενής. Βέβαια, χάρις σε όσα μέχρι στιγμής επέτυχε ο Ιταλός πρωθυπουργός, η χώρα βρίσκεται λίγο έως πολύ στον σωστό δρόμο. Ο σοβαρότερος κίνδυνος είναι η όποια νέα κυβέρνηση να ακυρώσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις ή να σπρώξει την Ιταλία σε μία παρατεταμένη θύελλα με ιδέες στυλ Βαρoυφάκη για την εγκατάλειψη του ευρώ. Στη Γαλλία, τώρα, αντίστοιχα ο νυν πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ προώθησε συγκρατημένες μεταρρυθμίσεις το 2014/2015 έπειτα από μία αποκαρδιωτική εκκίνηση στην θητεία του. Αποτέλεσμα είναι η γαλλική οικονομία να εξακολουθήσει να υστερεί. Με μία νίκη του ο Φρανσουά Φιγιόν το 2017 θα εφαρμόσει το πρόγραμμα σημαντικών μεταρρυθμίσεων, που κατήρτισε και παρομοιάζει με εκείνο που μεταμόρφωσε τη Γερμανία το 2003-2004. Τότε θα μπορεί να ισχυριστεί πως εθεράπευσε τον Γάλλο ασθενή. Με την καλύτερη δημογραφική της κατάσταση η Γαλλία πιθανώς να παραγκωνίσει τη Γερμανία πριν από το 2020. Αρκεί ο Φιγιόν να δράσει γρήγορα με την εντολή του νωπή και να αποφύγει κάθε δημοψήφισμα, που θα μετατραπεί σε ετυμηγορία για τα συνολικά πεπραγμένα του, προτού καταστούν ορατά τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων, ώστε να διαλύσουν την όποια αρχική δυσκολία και οπισθοδρόμηση.

* Ανώτατος οικονομολόγος της Berenberg Bank