ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν πέρασε η πρόταση για αύξηση δημοσίων δαπανών από Eurogroup

den-perase-i-protasi-gia-ayxisi-dimosion-dapanon-apo-eurogroup-2164369

Απορρίφθηκε πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των υπουργών Οικονομικών του Εurogroup για την αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών από τα κράτη-μέλη με πλεονάσματα στους προϋπολογισμούς τους και κυρίως από τη Γερμανία. Το σκεπτικό πίσω από την πρόταση αυτή ήταν να μετριαστεί ο ευρωσκεπτικισμός που έχει καλλιεργηθεί στην Ευρώπη και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο ευρώ μετά την πάροδο ετών με υποτονικούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία. Το αρνητικό αποτέλεσμα του ιταλικού δημοψηφίσματος για τη συνταγματική μεταρρύθμιση της χώρας είναι ένα ακόμη κρούσμα του ευρωσκεπτικισμού που καλλιεργείται μετά την κρίση δημοσίου χρέους στην Ευρωζώνη.

Στη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup, οι υπουργοί Οικονομικών συμφώνησαν πως η Γερμανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο θα πρέπει να αυξήσουν τις δαπάνες τους επειδή έχουν τα περιθώρια λόγω των πλεονασμάτων στους προϋπολογισμούς τους. Ομως, η πρόταση απορρίφθηκε τελικά, διότι δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί ένα κοινώς αποδεκτό ποσοστό για δημοσιονομική επέκταση στους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους. «Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης δεν θα θέσουν στόχο για μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τον επόμενο χρόνο», ανακοίνωσε ο πρόεδρος του Εurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ.

Η Κομισιόν υποστήριξε την περασμένη εβδομάδα την αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών από κράτη-μέλη που έχουν πλεονάσματα στους προϋπολογισμούς τους. Ειδικότερα, πρότεινε μια δημοσιονομική επέκταση της τάξεως του 0,5% του ΑΕΠ για όλη την Ευρωζώνη, την οποία όμως θα αναλάμβανε σε μεγάλο βαθμό εις πέρας η Γερμανία, διότι είναι η μεγαλύτερη οικονομία από τα 19 κράτη-μέλη. Σημειωτέον, ότι το 0,5% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης αντιστοιχεί σε 50 δισ. ευρώ και η γερμανική οικονομία αντιπροσωπεύει το 29% του συνολικού ΑΕΠ στην Ευρωζώνη.

Η Γερμανία, μια χώρα που ασπάζεται στο έπακρο τη δημοσιονομική πειθαρχία, άσκησε δριμεία κριτική στην πρόταση της Κομισιόν. Ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είπε πως το Βερολίνο έχει ήδη επενδύσει στην Ευρωζώνη πάνω από τον μέσον όρο στο διάστημα της τελευταίας δεκαετίας. Αρνήθηκε, επίσης, να τεθεί συγκεκριμένος στόχος για την αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών.

«Για εμάς δεν ήταν σημαντικό ένα νούμερο» απάντησε ο Πιερ Μοσκοβισί, επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Κομισιόν. Τόνισε πως ορισμένα κράτη-μέλη συμφώνησαν στη στόχευση «ελαφρώς επεκτατικών προϋπολογισμών αλλά χωρίς συγκεκριμένο νούμερο». Ο κ. Μοσκοβισί είπε, επίσης, πως «η Επιτροπή ενεργεί όπως ένας υπουργός Οικονομικών της Ευρωζώνης και ίσως να γίνει μια μέρα. Αν και ορισμένοι στην Ευρώπη έχουν ζητήσει χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, η Γερμανία με πλεόνασμα 18,5 δισ. ευρώ ηγείται μιας ομάδας σκληροπυρηνικών χωρών που αντιδρούν στην πρόταση της Κομισιόν».

Οι υπουργοί Οικονομικών διατύπωσαν ανάλογη σύσταση στις Βρυξέλλες για να συζητηθεί στη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup. «Η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία ξεπερνούν τους Μεσοπρόθεσμους Δημοσιονομικούς Στόχους (ΜΟΤ)», αναφέρεται σε κοινή ανακοίνωση μετά τη χθεσινή συνεδρίαση στις Βρυξέλλες. Οι ίδιοι παρότρυναν αυτές τις χώρες-μέλη να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στις δαπάνες τους, με γνώμονα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάθε οικονομίας αλλά και χωρίς να παρεκτραπούν από τους μεσοπρόθεσμους στόχους τους. «Η δημοσιονομική πολιτική είναι αναγκαία στην Ευρωζώνη για να συμπληρώνει τη νομισματική πολιτική στην ενίσχυση της ζήτησης, των επενδύσεων και την ενίσχυση των τιμών στην πραγματική οικονομία, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις συνεχιζόμενες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους» σημειώνεται στη σχετική επιστολή.

Μετά το Brexit, η Κομισιόν έχει προβάλει αρκετά το ζήτημα της δημοσιονομικής επέκτασης. Αν και η Βρετανία κράτησε τις αποστάσεις από την Ευρωζώνη και δεν εντάχθηκε στη νομισματική ένωση, η απόφαση των Βρετανών να αποχωρίσουν από την Ε.Ε αντανακλά τον ευρωσκεπτικισμό της εποχής.