ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενίσχυση του QE από την ΕΚΤ αύριο προεξοφλούν οι αγορές

enischysi-toy-qe-apo-tin-ekt-ayrio-proexofloyn-oi-agores-2164536

Επέκταση του προγράμματος αγοράς ομολόγων (QE) πέραν του Μαρτίου, και μάλιστα στο σημερινό επίπεδο των μηνιαίων αγορών, ύψους 80 δισ. ευρώ, αναμένεται να αποφασίσει αύριο η ΕΚΤ. Αυτό εκτιμούν οι περισσότεροι από τους οικονομικούς αναλυτές που συμμετείχαν σε σχετική δημοσκόπηση του Bloomberg. Οι ίδιοι οικονομολόγοι προειδοποιούν την τράπεζα πως αν απογοητεύσει τις αγορές, παρουσιάζοντας κάτι κατώτερο των προσδοκιών τους, κινδυνεύει να οδηγήσει και πάλι σε άνοδο τις αποδόσεις των ομολόγων, όπως πέρυσι τον Δεκέμβριο.

Οποιαδήποτε κι αν είναι η απόφαση της τράπεζας, θα ληφθεί, πάντως, εν μέσω προειδοποιήσεων, καθώς την ίδια στιγμή το γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο Ifo πιέζει την ΕΚΤ προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επιμένει πως η τράπεζα πρέπει να αρχίσει να μειώνει τις μηνιαίες αγορές ομολόγων από τον Απρίλιο, καθώς προεξοφλεί επιτάχυνση του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2% έως τα τέλη του 2017.

Οι περισσότεροι από τους οικονομολόγους που συμμετείχαν στην έρευνα του Bloomberg πιθανολογούν ότι η ΕΚΤ για να επεκτείνει το QE θα χαλαρώσει τους όρους που έχει επιβάλει για τις αγορές ομολόγων. Ενδέχεται να αποφασίσει να αυξήσει το ανώτατο όριο τίτλων του Δημοσίου που μπορούν να έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους οι κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης. Μπορεί επίσης να ακυρώσει τον όρο ότι οι αποδόσεις των ομολόγων που θα αγοράζει πρέπει να υπερβαίνουν το επιτόκιο καταθέσεων, που αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο -0,4%. Μπορεί, επίσης, να επιτρέψει να αποτελούν οι αγορές ομολόγων συνάρτηση του χρέους μιας χώρας και όχι του μεγέθους της οικονομίας της.

Οπως επισημαίνει το Bloomberg, μάλλον δύσκολα θα πεισθεί το Δ.Σ. ότι είναι αναγκαίοι κάποιοι από αυτούς τους ελιγμούς. Ορισμένα μέλη του υποστηρίζουν πως πρέπει να αναβληθούν οι σχετικές αποφάσεις για τον επόμενο μήνα. Ισως αποδειχθεί δύσκολο να συμφωνήσουν πως χρειάζονται περαιτέρω μέτρα τόνωσης της οικονομίας, ιδιαιτέρως αν οι κίνδυνοι που απειλούν την Ευρωζώνη θεωρηθούν κυρίως πολιτικής φύσης. Ο λόγος είναι πως αυτήν τη στιγμή κυριότερες πηγές αποσταθεροποίησης της οικονομίας αποτελούν η απόφαση της Βρετανίας να εγκαταλείψει την Ε.Ε., η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, η απόρριψη της συνταγματικής μεταρρύθμισης από τους Ιταλούς στο δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής, αλλά και οι επικείμενες εκλογές σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία.

Οι γνωστοί «ιέρακες» στους κόλπους της ΕΚΤ ασκούν πιέσεις στον πρόεδρο Μάριο Ντράγκι, με τον επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank Γενς Βάιντμαν να χαρακτηρίζει «επικίνδυνη» την άποψη «πως οι κεντρικές τράπεζες μπορούν, προσφέροντας φθηνό χρήμα, να αντιμετωπίσουν τις αιτίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους, τον φόβο της παγκοσμιοποίησης ή την άνοδο του λαϊκισμού». Τη Δευτέρα, ο κ. Βάιντμαν προειδοποίησε πως αν η ΕΚΤ εξακολουθήσει να παρεμβαίνει στην πολιτική, ή προσπαθεί να επηρεάσει τις δημοκρατικές διαδικασίες, θα θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της.

Σύμφωνα με το Bloomberg, μια συμβιβαστική λύση θα ήταν να παρατείνει η ΕΚΤ το QE, αλλά να μειώσει τον όγκο των μηνιαίων αγορών ομολόγων. Το εν λόγω πρακτορείο ειδήσεων πιθανολογεί πως ίσως μια τέτοια πρόθεση υποκρύπτει η δήλωση του κ. Ντράγκι στην ισπανική El Pais ότι η ΕΚΤ μπορεί να προσφέρει στήριξη «με διάφορους συνδυασμούς εργαλείων, όπως τον όγκο των μηνιαίων αγορών ομολόγων ή τη διάρκεια του προγράμματος».

Σύμφωνα, όμως, με τον Γεργκ Κράμερ της Commerzbank, στη Φρανκφούρτη, «αν μειώσει τον όγκο των αγορών, μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι είναι η αρχή του τέλους του QE», κάτι που είναι αμφίβολο αν θα ήθελε να διαμηνύσει η ΕΚΤ στις αγορές, εν μέσω αστάθειας και μετά το δημοψήφισμα στην Ιταλία. Οι τελευταίες εκτιμήσεις της Eurostat για την οικονομία της Ευρωζώνης, που αναμένεται να δοθούν στη δημοσιότητα αύριο, ενδέχεται να καταδεικνύουν ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω τόνωση της οικονομίας. Εν ολίγοις, η οικονομία ανακάμπτει με ρυθμό ανάπτυξης 0,3%, ενώ ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης τείνει να επιστρέψει σε επίπεδα οριακά κάτω του 2%.