ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι θα γίνει με τα δάνεια αν αλλάξει πολιτική η ΕΚΤ

ti-tha-ginei-me-ta-daneia-an-allaxei-politiki-i-ekt-2180307

Οι τράπεζες στις χώρες της Ευρωζώνης ενδεχομένως να βρεθούν αντιμέτωπες με τους κινδύνους από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία φθάνουν το 1 τρισ. ευρώ, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διακόψει το πρόγραμμα για τη στήριξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τα σχετικά αναφέρονται σε έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, των οποίων έλαβε γνώση το Reuters. Αξίζει να αναφερθεί πως μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2000, οι τράπεζες έχουν επωμιστεί ακόμα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Eνας από τους βασικούς λόγους είναι ότι εξαιτίας της ύφεσης μετά την κρίση, των πολιτικών λιτότητας, της απώλειας θέσεων εργασίας και της συρρίκνωσης των εισοδημάτων, νοικοκυριά και επιχειρήσεις αδυνατούν να αποπληρώσουν τα οφειλόμενα. Σωρεύονται, λοιπόν, τα «κόκκινα» δάνεια, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να φαίνεται ότι έχουν δεμένα τα χέρια: οι παλιές οφειλές διογκώνονται και αυτό κάνει σχεδόν αδύνατη τη χορήγηση νέων πιστώσεων. Πάντως πρέπει να επισημανθεί πως το πρόβλημα είναι οξύτερο σε Ελλάδα και Ιταλία, δύο χώρες με μακρόχρονη οικονομική κρίση. Ωστόσο δεν χρειάζεται να επαναπαυθεί κανείς, όπως αναφέρεται στην έκθεση, γιατί υπάρχουν και παρενέργειες.

Επιπλέον, και οι κίνδυνοι των μη εξυπηρετούμενων δανείων πιθανώς να αυξηθούν, αν η ΕΚΤ εφαρμόσει λιγότερο χαλαρή νομισματική πολιτική. Η Τράπεζα θα συνεχίσει το ευρύ πρόγραμμά της με την αγορά τίτλων έως τα τέλη του τρέχοντος έτους τουλάχιστον, ενώ προετοιμάζει το έδαφος για τη σταδιακή ολοκλήρωσή του. Οι χώρες της Ευρωζώνης που εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων επανήλθαν στην οδό της ανάπτυξης, αφότου το 2014 η ΕΚΤ έθεσε σε εφαρμογή το πρόγραμμα στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Πάντως, δεν είναι γνωστό τι θα συμβεί όταν αυτό λήξει. Θεωρητικά, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πιθανώς να ωφεληθούν από τα υψηλότερα επιτόκια, τα οποία βελτιώνουν τα περιθώρια κερδών επί των δανείων που χορηγούν. Πιθανώς το όφελος αυτό να αντισταθμιστεί από μία ακόμα επιβράδυνση της οικονομίας. Αυτό θα συζητηθεί στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. στη Μάλτα στις 7 – 8 Απριλίου, στο πλαίσιο της οποίας θα αναζητηθούν λύσεις για το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., αρνείται μια ευρεία λύση στο πρόβλημα, με τη χρησιμοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Το επιχείρημά της έγκειται στο ότι αφορά μερικές χώρες και πως μόνες τους πρέπει να το αντιμετωπίσουν. Σε απόλυτους όρους, περισσότερο από το 25% όλων των «κόκκινων» δανείων στην Ε.Ε. βρίσκεται στις ιταλικές τράπεζες. Μεταξύ αυτών, η Monte dei Paschi, η οποία διαπραγματεύεται με τις ευρωπαϊκές αρχές ένα πακέτο σωτηρίας, επωμίζεται τα περισσότερα εν συγκρίσει με τα κεφάλαιά της. Μόλις το 2,6% των δανείων των γερμανικών τραπεζών είναι επισφαλές, ενώ στην Ελλάδα και την Κύπρο το ήμισυ όλων των δανείων εξυπηρετείται μετά μεγάλης δυσκολίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ). Στην Πορτογαλία, τα «κόκκινα» δάνεια φθάνουν σχεδόν το 20% των συνολικών.

Η ΕΒΑ πρότεινε τον Ιανουάριο να ιδρυθεί μία «κακή τράπεζα» με δημόσιους πόρους, η οποία θα μπορούσε να αναλάβει όλες τις επισφάλειες σε τιμές υψηλότερες από τις τρέχουσες της αγοράς. Με την κίνηση αυτή θα δημιουργείτο μια δευτερογενής αγορά για τα δάνεια, τα οποία οι τράπεζες σήμερα δεν είναι πρόθυμες να πουλήσουν. Οι τιμές είναι πολύ χαμηλές και οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές ελάχιστοι. Η UniCredit, η μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας, έχει πουλήσει «κόκκινα» δάνεια 17,7 δισ. ευρώ στο 13% της ονομαστικής τους αξίας φέτος, ενώ, παράλληλα, εξασφάλισε από την αγορά 13 δισ. ευρώ. Τέλος, επισημαίνεται ότι το Βερολίνο δεν υιοθετεί τις προτάσεις περί «κακής τράπεζας», αλλά θεωρείται προτεραιότητα η δευτερογενής αγορά για τις επισφάλειες.