ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ περιορίζει τις αγορές τίτλων στα 60 δισ. ευρώ

i-ekt-periorizei-tis-agores-titlon-sta-60-dis-eyro-2183436

Η προγραμματισμένη μείωση των μηνιαίων αγορών ομολόγων από τα 80 δισ. ευρώ στα 60 δισ. ευρώ, που ισχύει από αυτήν την εβδομάδα, δεν σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για την ποσοτική χαλάρωση (QE), διαβεβαίωσε χθες ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Πέτερ Πρατ. Το επιχείρημα της ΕΚΤ πως είναι αναγκαίο να συνεχίσει τη χαλαρή νομισματική της πολιτική τουλάχιστον έως τα τέλη του 2017 ενισχύεται από την υποχώρηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη (και στη Γερμανία) στο 1,5% τον Μάρτιο από 2% τον Φεβρουάριο. Βέβαια, το Βερολίνο αλλά και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ που προέρχονται από τη Γερμανία, με την υποστήριξη του Ολλανδού και του Αυστριακού κεντρικού τραπεζίτη, εξακολουθούν να πιέζουν για σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής. Η πίεση αναμένεται να αυξηθεί τους επόμενους μήνες, καθώς συνεχίζεται και επιταχύνεται η ανάκαμψη της Ευρωζώνης. Η ΕΚΤ θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όλη τη διπλωματική ικανότητά της για να αποκρούσει την απαίτηση όσων θεωρούν ότι πληθωρισμός της τάξης του 1,5% είναι σχεδόν υπερπληθωρισμός και παράλληλα επιλέγουν να αγνοούν τις τεράστιες διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ των 19 οικονομιών της Ευρωζώνης.

Η τρέχουσα νομισματική πολιτική της ΕΚΤ παραμένει η προσήκουσα και υποστηρίζει την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο «κάτω, αλλά κοντά στο 2%», διαβεβαίωσε χθες ο κ. Πέτερ Πρατ.

Τον περασμένο Δεκέμβριο η ΕΚΤ είχε αποφασίσει να μειώσει, από την 1η Απριλίου, τις μηνιαίες αγορές ομολόγων στα 60 δισ. ευρώ, εκτιμώντας πως πλέον δεν υφίσταται η απειλή του αποπληθωρισμού. «Η προσαρμογή (σ.σ.: των αγορών στα 60 δισ. ευρώ) δεν σηματοδοτεί την αρχή μιας σταδιακής μείωσης των αγορών περιουσιακών στοιχείων», είπε ο κ. Πρατ σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ισπανική εφημερίδα Expansion.

Τον Δεκέμβριο η ΕΚΤ είχε αποφασίσει και την επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης τουλάχιστον έως τα τέλη του 2017. Η σημαντική άνοδος των τιμών της ενέργειας στο διάστημα Νοεμβρίου – Φεβρουαρίου, χάρη στην απόφαση του ΟΠΕΚ τον Νοέμβριο να μειώσει την παραγωγή του το πρώτο εξάμηνο του 2017, είχε οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη από το 0,6% τον Νοέμβριο στο 1,8% τον Ιανουάριο και στο 2% τον Φεβρουάριο, προτού υποχωρήσει στο 1,5% τον Μάρτιο. Τους προηγούμενους μήνες, η ΕΚΤ υποστήριζε σθεναρά πως ο πληθωρισμός θα αρχίσει να μειώνεται μετά τον Φεβρουάριο, καθώς θα περιορίζεται η αύξηση που προκαλούν οι τιμές της ενέργειας και πως σε κάθε περίπτωση η οικονομία δεν είναι ακόμη σε θέση να υποστηρίξει από μόνη της (δίχως τη χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ) τη μόνιμη επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Το επιχείρημα της ΕΚΤ ενισχύεται από την πορεία του λεγόμενου «δομικού πληθωρισμού» (όπου δεν υπολογίζεται η επίπτωση των ευμετάβλητων τιμών της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων), ο οποίος μειώθηκε τον Μάρτιο από το 0,9% στο 0,7%. Ασφαλώς, η ΕΚΤ θα είδε χθες με ικανοποίηση να μειώνεται η ανεργία στην Ευρωζώνη στο 9,5% τον Μάρτιο, υποχωρώντας στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2009 (στο απόγειο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης). Η δε ενίσχυση της μεταποίησης, τον Μάρτιο, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011 όπως φάνηκε από τον δείκτη υπευθύνων παραγγελιών (PMI) της εταιρείας IHS Markit, σηματοδοτεί επιτάχυνση και γεωγραφική διεύρυνση της ανάκαμψης της οικονομίας της Ευρωζώνης.

Ωστόσο, τα καλά νέα θα μπορούσαν να προκαλέσουν «πονοκέφαλο» στους κεντρικούς τραπεζίτες της Ευρωζώνης. Οσο πλησιάζουν οι εκλογές του Σεπτεμβρίου και με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) να απειλούν την κυριαρχία των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) της κ. Μέρκελ πρώτη φορά από το 2005, τόσο θα αυξάνεται η πίεση που ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ασκεί προς την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχει ζητήσει την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού και τη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής τουλάχιστον τρεις φορές από τον περασμένο Οκτώβριο, παραβιάζοντας τον άγραφο κανόνα που έχει εισαγάγει η Γερμανία να μην παρεμβαίνουν Ευρωπαίοι πολιτικοί στο έργο της κεντρικής τράπεζας. Ωστόσο, ο κ. Ντράγκι είχε καλέσει το Βερολίνο τον Ιανουάριο να δείξει «υπομονή» μέχρι να επανέλθει οριστικά η πληθωρισμός στον στόχο του 2%, και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια της ΕΚΤ.