ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ετοιμη η Κίνα να απαντήσει στους δασμούς από τις ΗΠΑ

etoimi-i-kina-na-apantisei-stoys-dasmoys-apo-tis-ipa-2273257

Βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, μετά το νέο κύμα δασμών σε κινεζικά προϊόντα που ανακοίνωσε χθες ο Αμερικανός πρόεδρος. Το Πεκίνο δηλώνει αποφασισμένο να περάσει δυναμικά στην αντεπίθεση. Εξέφρασε, όμως, παράλληλα την πρόθεση να ακυρώσει κάθε περαιτέρω απόπειρα συνεννόησης και κάθε νέα συνάντηση με την Ουάσιγκτον.

Οπως αναφέρουν στελέχη της κινεζικής κυβέρνησης αλλά και δημοσιεύματα του κινεζικού Τύπου, μετά τους νέους δασμούς το Πεκίνο θεωρεί πλέον ματαιοπονία κάθε προσπάθεια διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον. Θεωρεί, άλλωστε, αναξιόπιστους συνομιλητές τούς εκπροσώπους της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Λάρι Κάντλοου, οικονομικός σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου, εξέφρασε την πρόθεση της Ουάσιγκτον να διαπραγματευτεί με την Κίνα «μόλις είναι έτοιμη για σοβαρές και ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για το ελεύθερο εμπόριο, για τη μείωση των δασμών και των άλλων εμποδίων στο εμπόριο, για την απελευθέρωση των αγορών και για να επιτρέψει στην πιο ανταγωνιστική οικονομία του κόσμου, τη δική μας, να εξάγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες στην αγορά της».

Η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει το νέο κύμα δασμών ύψους 10% και όχι 25%, όπως είχε απειλήσει αρχικά, ήταν γνωστή από τα τέλη της περασμένης εβδομάδας. Την προανήγγειλε σχετικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, προκαλώντας χθες υποχώρηση των χρηματιστηρίων στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία. Ρεπορτάζ της ίδιας εφημερίδας ανέφερε πως το Πεκίνο σκοπεύει να αρνηθεί την πρόταση της Ουάσιγκτον για νέα διαπραγμάτευση, καθώς η επιβολή νέων δασμών ακυρώνει την ουσία των συνομιλιών. «Το Πεκίνο δεν είναι διατεθειμένο να διαπραγματευθεί με το πιστόλι στον κρόταφο», δήλωσαν αξιωματούχοι της κινεζικής κυβέρνησης στην αμερικανική εφημερίδα. Μιλώντας αργότερα στο Bloomberg, ο Κινέζος υφυπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Σουβέν υπογράμμισε ότι «όταν η μία πλευρά δεν τιμά τα λόγια της, δεν μπορούν να συνεχίζονται οι συνομιλίες».

«Οι δύο πλευρές δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη», σχολίασε χθες ο Ραϊμόντ Γιουνγκ, οικονομολόγος, ειδικός επί κινεζικών θεμάτων, στην Australia & New Zealand Banking Group στο Χονγκ Κονγκ. Ο ίδιος επισημαίνει ότι «μετά την επίσκεψη του κ. Λιου Χε τον Μάιο, το Πεκίνο διαπίστωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν τιμά τα λόγια της».

Οι δύο πλευρές έχουν συναντηθεί τέσσερις φορές για επίσημες συνομιλίες επί του θέματος, με την τελευταία τον Αύγουστο. Δύο από αυτές τις διμερείς επαφές είχαν οδηγήσει σε κάποιου είδους συμφωνία αφενός με τον υπουργό Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος και αφετέρου με τον υπουργό Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν. Και τις δύο φορές, όμως, απέρριψε στη συνέχεια τη συμφωνία ο Αμερικανός πρόεδρος. Οπως τονίζουν οι Financial Times, οι Κινέζοι έχουν πλέον αντιληφθεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι αυτός που θα αποφασίσει τελικά. Πηγές του Πεκίνου ανέφεραν, άλλωστε, στη βρετανική εφημερίδα ότι ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Λιου Χε θα έχανε μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο αν γύριζε για τρίτη φορά με άδεια χέρια από τις συνομιλίες με εκπροσώπους της αμερικανικής κυβέρνησης.

Σε πτώση οι κινεζικές αγορές

Τα κινεζικά χρηματιστήρια υποχωρούσαν χθες στο χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν τεσσάρων ετών. Ο δείκτης τιμών των μετοχών της Σαγκάης υποχώρησε κατά 1,1%. Βρίσκεται σε επίπεδα κάτω από εκείνα του Ιανουαρίου του 2016, που είχαν διαμορφωθεί μετά την κατάρρευση το καλοκαίρι του 2015. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν πως η κλιμάκωση της έντασης με την Ουάσιγκτον έχει απλώς επιτείνει την πτώση των κινεζικών αγορών. Την αποδίδουν, κατά κύριο λόγο, στο αρνητικό αίσθημα των επενδυτών σε ό,τι αφορά τους κινεζικούς τίτλους. Εκτιμούν ότι αυτό το κλίμα δεν έχει ακόμη ανιστραφεί μετά την κατάρρευση του 2015. Είνα γεγονός ότι έχει περιοριστεί ο κύκλος εργασιών πολλών κινεζικών επιχειρήσεων και οι επενδυτές αποφεύγουν τις μετοχές τους, με αποτέλεσμα να τις εξωθούν σε δανεισμό. Ο δείκτης της Σαγκάης οδεύει προς το τέταρτο συναπτό τρίμηνο απωλειών, καταγράφοντας την πλέον παρατεταμένη υποχώρηση από το 2008. Βρίσκεται, άλλωστε, σε αντίθετη πορεία με τον παγκόσμιο δείκτη MSCI, που από τα τέλη Νοεμβρίου 2014 έχει σημειώσει κέρδη 21%. Το ίδιο χρονικό διάστημα, άλλωστε, ο δείκτης S&P 500 έχει καταγράψει ράλι 40%.