ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προειδοποιήσεις από τους διεθνείς οίκους για το κύμα παροχών

gkko_02_2605_page_1_image_0002

Εντονη είναι η ανησυχία των διεθνών οίκων αξιολόγησης για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι προεκλογικές εξαγγελίες της κυβέρνησης, υποδηλώνοντας ότι η παροχολογία είναι πιθανό να βάλει εμπόδια στον ήδη μακρύ δρόμο που έχει η Ελλάδα προς την κατηγορία της «επενδυτικής βαθμίδας». Η μεγάλη και ταχεία αντιστροφή μέτρων του προγράμματος μεταμνημονιακής εποπτείας αποτελεί για τους οίκους έναν από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την αξιολόγηση της χώρας, ενώ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν και εντάσεις με τους θεσμούς – κάτι που θα φανεί στο Eurogroup του Ιουνίου, «χτυπώντας» την επενδυτική εμπιστοσύνη. Οπως προειδοποιούν μιλώντας στην «Κ» οι επικεφαλής αναλυτές των οίκων αξιολόγησης για την Ελλάδα, ο δημοσιονομικός κίνδυνος όσον αφορά τη χώρα έχει αυξηθεί ενώ οι κυρώσεις από τους θεσμούς είναι βέβαιες, οι οποίοι πιθανότατα να «παγώσουν» την περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, και δεν αποκλείεται το μπλοκάρισμα της πρόωρης αποπληρωμής των δανείων του ΔΝΤ.

Η S&P είχε προβλέψει ότι, λόγω της μεγάλης εκλογικής περιόδου, οι πολιτικοί ελιγμοί της κυβέρνησης, για παράδειγμα μέσω υψηλότερων κυβερνητικών δαπανών, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερη συμμόρφωση με το ανώτατο όριο δαπανών και τις δεσμεύσεις με τους δημοσιονομικούς στόχους. Οπως επισημαίνει μιλώντας στην «Κ» ο επικεφαλής αναλυτής της S&P για την Ελλάδα Μάρκο Μίρσνικ, η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα θα μπορούσε να οδηγήσει στο «πάγωμα» της περαιτέρω ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους ή της περαιτέρω επιστροφής των κερδών των ANFAs / SMPs στα ελληνικά ομόλογα, καθώς η συμφωνία με τους πιστωτές βασίστηκε στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022.

Ο αναλυτής της S&P υπογραμμίζει πως η συνέχιση της ελάφρυνσης του χρέους και η επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα υπόκεινται στη συνεχή συμμόρφωση με τους στόχους του προγράμματος. Ετσι, θεωρεί ότι οι ελληνικές αρχές θα έχουν ισχυρά κίνητρα για να αποφύγουν τη σημαντική αναστροφή στις μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί, ενώ σημειώνει ότι, παρά τις περιστασιακές καθυστερήσεις, οι Αρχές έχουν μέχρι στιγμής συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί σχετικά με μια σειρά ενεργειών μετά το πρόγραμμα, οι οποίες οδήγησαν και στην απόφαση του Eurogroup για την εκταμίευση κερδών από τα ANFAs / SMPs στις αρχές Απριλίου.

Πάντως ο κ. Μίρσνικ προειδοποιεί εμμέσως πλην σαφώς πως εάν η κυβέρνηση επιμείνει στην οπισθοχώρηση από τα συμφωνηθέντα, αυτό μπορεί να έχει αντίκτυπο στην αξιολόγηση της Ελλάδας. «Οπως έχουμε τονίσει, η S&P θα μπορούσε να υποβαθμίσει το outlook της Ελλάδας από “θετικό” σε “σταθερό” εάν υπάρξουν ανατροπές στις μεταρρυθμίσεις ή εάν τα αναπτυξιακά αποτελέσματα είναι σημαντικά χαμηλότερα από τα αναμενόμενα, περιορίζοντας την ικανότητα της Ελλάδας να συνεχίσει τη δημοσιονομική της εξυγίανση, τη μείωση του χρέους και την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα».

Αξίζει να σημειωθεί πως την περασμένη εβδομάδα η Fitch σε έκτακτη έκθεσή της τόνισε πως το νέο πακέτο παροχών αντιπροσωπεύει μεγαλύτερη και ταχύτερη αντιστροφή πολιτικής από ό,τι ανέμενε, αυξάνει την αβεβαιότητα σχετικά με τη μεσοπρόθεσμη πολιτική στάση και τα δημοσιονομικά της Ελλάδας και αναμένεται να δημιουργήσει εντάσεις με τους πιστωτές, ενώ προειδοποίησε πως θα μπορούσε να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης της χώρας.

proeidopoiiseis-apo-toys-diethneis-oikoys-gia-to-kyma-parochon0
Οι οίκοι περιμένουν την απόφαση των θεσμών για την τρίτη αξιολόγηση του μεταμνημονιακού προγράμματος. AΠΕ

Kίνδυνος εκτροχιασμού

Η Moody’s από την πλευρά της είχε επισημάνει κατά την πρόσφατη αξιολόγησή της ότι το «σταθερό» outlook που δίνει στην Ελλάδα σημαίνει πως υπάρχει σχετικά χαμηλός κίνδυνος πολιτικής ή δημοσιονομικής αναστροφής. Οπως ωστόσο είχε προειδοποιήσει και αυτή, το αξιόχρεο της Ελλάδας θα μπορούσε να υποβαθμιστεί αν –μεταξύ άλλων– φανεί πως το μεταρρυθμιστικό μομέντουμ έχει υποχωρήσει, με την αντιστροφή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων ή με την υιοθέτηση πολιτικών που θα οδηγήσουν σε ουσιωδώς πιο αδύναμα δημοσιονομικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, αρνητική εξέλιξη για την αξιολόγηση της Ελλάδας θεωρείται από τον οίκο και η αύξηση των εντάσεων με τους δανειστές, η οποία έχει ήδη αρχίσει μετά τις ανακοινώσεις του Ζαππείου.

Οπως σχολιάζει στην «Κ» η Κάθριν Μιούελμπρονερ, πρώτη αντιπρόεδρος της Moody's Investors Service, για τις πιθανές επιπτώσεις των προεκλογικών εξαγγελιών της κυβέρνησης, ο δημοσιονομικός κίνδυνος γύρω από την Ελλάδα έχει αυξηθεί.

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει στοχεύσει σε σημαντική υπεραπόδοση στον προϋπολογισμό του 2019 και το βασικό σενάριό μας παραμένει ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα θα διαμορφωθεί φέτος το 3,5% του ΑΕΠ. Τούτου λεχθέντος, σημαντικές δεσμεύσεις νέων δαπανών τόσο νωρίς μέσα στο έτος συνεπάγονται φυσικά κινδύνους για την επίτευξη αυτών των στόχων». Οπως προσθέτει η κ. Μιούελμπρονερ, η Moody’s θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ στενά τις δημοσιονομικές εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά την ανατροπή των μεταρρυθμίσεων που είχαν εφαρμοστεί προηγουμένως ή τη σημαντική αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Καθοριστικό το Eurogroup του Ιουνίου

Ο καναδικός οίκος DBRS επισημαίνει πως το Eurogroup του Ιουνίου θα είναι καθοριστικό για την αξιολόγηση της Ελλάδας, καθώς και για τις οικονομικές προοπτικές, καθώς δεν αποκλείει να αποφασιστεί το μπλοκάρισμα της πρόωρης αποπληρωμής του ΔΝΤ.

Οπως επισημαίνει στην «Κ» η κ. Νίκολα Τζέιμς, επικεφαλής αξιολογήσεων της DBRS, η συμμόρφωση με τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους και η συνεχής συνεργασία με τους εταίρους της Ε.Ε. είναι σημαντικές για την αποκατάσταση της πλήρους εμπιστοσύνης της αγοράς και για την αξιολόγηση της Ελλάδας. «Πρέπει να περιμένουμε να δούμε την απόφαση για την τρίτη αξιολόγηση του μεταμνημονιακού προγράμματος κατά τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 13 Ιουνίου», όπως τονίζει, προσθέτοντας πως «για εμάς, είναι σημαντικό να κατανοηθεί η ερμηνεία του Eurogroup τόσο για τα μέτρα όσο και για την πρόθεση της κυβέρνησης να μειώσει τους δημοσιονομικούς στόχους του 2020-2022 για το πλεόνασμα από το 3,5% στο 2,5% του ΑΕΠ». Η κ. Τζέιμς επισημαίνει πάντως ότι η Ελλάδα έχει κάποιο περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο λόγω της υπεραπόδοσης των δημοσιονομικών στόχων της κατά τα προηγούμενα έτη.

Ενας άλλος παράγοντας, ως αποτέλεσμα του πακέτου που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση, είναι πως, εάν υπάρξουν ανησυχίες, οι πιστωτές μπορεί να θεωρήσουν ότι είναι συνετό να αναβληθεί το σχέδιο της Ελλάδας να αποπληρώσει πρόωρα τα δάνεια του ΔΝΤ, όπως εκτιμά η κ. Τζέιμς.

Ταυτόχρονα, η DBRS θεωρεί πως η δέσμευση της Ελλάδας να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις-κλειδιά για τη στήριξη των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης είναι σημαντική για την αξιολόγηση του κρατικού κινδύνου της χώρας.