ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιδια τα υποζύγια των φόρων μετά το πακέτο φοροελαφρύνσεων

Ιδια τα υποζύγια των φόρων μετά το πακέτο φοροελαφρύνσεων

Οι παθογένειες του ελληνικού φορολογικού συστήματος θα παραμείνουν ολοζώντανες παρά τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση. Από τα 4 δισ. που «μοίρασε» ο πρωθυπουργός για τη διετία 2019-2020, λιγότερο από ένα δισ. αφορά αμιγώς φορολογικές ελαφρύνσεις. Δύο δισ. διοχετεύονται για να διατηρηθεί το αφορολόγητο –δηλαδή για να αποφευχθούν πρόσθετα φορολογικά βάρη– ενώ πάνω από 800 εκατ. είναι η άμεση εισοδηματική ενίσχυση των συνταξιούχων. Αμιγής μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων είναι η μείωση των συντελεστών του ΦΠΑ (440 εκατ. ευρώ για το 2019 και 650 εκατ. ευρώ για το 2020) και η μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης η οποία ελαφρύνει τους φορολογουμένους κατά περίπου 150-200 εκατ. ευρώ. Αυτά στην πράξη αποδεικνύονται πολύ λίγα για να «διορθώσουν» τις παθογένειες:

1. Ο οικογενειάρχης με τα δύο παιδιά θα εξακολουθήσει να χάνει το 38% των αποδοχών του από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, αν εμφανίζει αποδοχές κοντά στον μέσο όρο της χώρας (περίπου 21.200 ευρώ ετησίως). Αυτός ο συντελεστής είναι και ο 3ος υψηλότερος μεταξύ όλων των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Η ελληνική επίδοση δεν αλλάζει για το 2019, ενώ ελάχιστα θα αλλάξει και το 2020, καθώς το πραγματικό όφελος από τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης για κάποιον που δηλώνει εισόδημα 21.000 ευρώ είναι της τάξεως των 13 ευρώ τον μήνα ή 180 ευρώ ετησίως. Για τον μισθωτό που «τολμά» να δηλώσει εισόδημα που αντιστοιχεί στο 167% του μέσου όρου (περίπου 35.000 ευρώ), ο συντελεστής εκτινάσσεται στο 45%. Μετά τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης θα έχει μια μικρή υποχώρηση, αλλά θα παραμείνει ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, κάτι που σημαίνει ότι οι «καλές θέσεις εργασίας» θα εξακολουθήσουν να είναι πολύ ακριβές για τους εργοδότες και λιγοστές για τους εργαζομένους.

2. Ο ελεύθερος επαγγελματίας θα εξακολουθήσει να πληρώνει πάνω από το μισό του εισόδημα για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, παρά τη μείωση του συντελεστή υπολογισμού των εισφορών για την κύρια ασφάλιση από το 20% στο 13,33%. Ο έχων κέρδη 20.000 ευρώ θα καταλήγει με καθαρές αποδοχές της τάξεως των 9.500-9.700 ευρώ (ανάλογα με το αν θα προχωρήσει η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για τους έχοντες ατομικό εισόδημα έως και 20.000 ευρώ). Τα υπόλοιπα θα καταλήγουν στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία. Στην πράξη ο αυτοαπασχολούμενος βγαίνει και χαμένος από τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, καθώς δεν θα προχωρήσει η μείωση του βασικού συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22%, που είναι σήμερα, στο 20%. Το πόσο ισχυρό παραμένει το κίνητρο για φοροδιαφυγή φαίνεται και από το εξής: ο έχων καθαρό εισόδημα 40.000 ευρώ θα καταλήξει να έχει περίπου 17.000 ευρώ καθαρά στην τσέπη του.

3. Κανονικός συντελεστής του ΦΠΑ (από τον οποίο και προκύπτει ο κύριος όγκος των φορολογικών βαρών) είναι και θα παραμείνει ο 3ος υψηλότερος στην Ευρώπη.

4. Η Ελλάδα θα παραμείνει πρωταθλήτρια Ευρωζώνης στην έμμεση φορολογία, καθώς θα εξακολουθεί να περιμένει φόρους που αντιστοιχούν κοντά στο 17% από την άδικη έμμεση φορολογία. Καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης δεν έχει τέτοια επίδοση.

5. Τα καύσιμα στην Ελλάδα θα παραμείνουν από τα βαρύτερα φορολογημένα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο συντελεστής του 62,7% με τον οποίο διαμορφώνεται η τιμή της αμόλυβδης δεν θα αλλάξει ούτε φέτος ούτε του χρόνου, κάτι που σημαίνει ότι η βενζίνη θα παραμείνει η 3η ακριβότερη στην Ευρώπη μετά την Ολλανδία και τη Δανία. Στο πετρέλαιο κίνησης, ο συντελεστής ανέρχεται στο 49,2%  με αποτέλεσμα η τιμή και του συγκεκριμένου καυσίμου να συγκαταλέγεται μεταξύ των 10 υψηλότερων στην Ευρώπη. Στο πετρέλαιο κίνησης, ο φόρος ανά λίτρο που επιβάλλει η Ελλάδα είναι ο δεύτερος υψηλότερος στην Ευρώπη. 

Πρωταθλήτρια στην έμμεση φορολογία 

Παρά τις μειώσεις στον ΦΠΑ –μέσα από τις μετατάξεις των τροφίμων από το 24% στο 13% αλλά και από τη μείωση του συντελεστή για την ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και τηλεθέρμανση)– η Ελλάδα θα παραμείνει «πρωταθλήτρια» Ευρωζώνης στην έμμεση φορολογία.

Οι φόροι στην «παραγωγή και στις εισαγωγές» αναμένεται να διαμορφωθούν στο 16,7%-16,8% του ΑΕΠ μέσα στο 2019, ποσοστό που δεν εντοπίζεται σε καμία άλλη χώρα-μέλος. Το «πακέτο» των μειώσεων για φέτος αντιστοιχεί σε περίπου 440 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 0,2% του ΑΕΠ. Πριν από τη λήψη των μέτρων, η πρόβλεψη έκανε λόγο για διαμόρφωση των εισπράξεων από τους έμμεσους φόρους στο 17% του ΑΕΠ. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν περιμένει τόσο υψηλές εισπράξεις από τους φόρους στην κατανάλωση, με μοναδική εξαίρεση τη Γαλλία, όπου οι εισπράξεις διαμορφώνονται στο 16,7% για το 2019 αλλά και την Κύπρο, στο 16,3%. Οι υπόλοιπες χώρες κινούνται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο της τάξεως του 10%-15%. Η Γερμανία για παράδειγμα είναι στο 10,5%, η Ολλανδία στο 12,1%, η Ιταλία στο 15% και η Πορτογαλία στο 15,1%.

Καμία ουσιαστική αλλαγή δεν θα υπάρξει και στη δεύτερη αρνητική πρωτιά της Ελλάδας, που είναι η χαώδης απόσταση στην απόδοση της έμμεσης φορολογίας σε σχέση με την άμεση (και θεωρητικά δικαιότερη καθώς η επιβάρυνση είναι αναλογική με το εισόδημα).

Οι φόροι στο εισόδημα και στην περιουσία είναι προγραμματισμένο να αποδώσουν φέτος κάτω από το 10% του ΑΕΠ. Διαφορά επτά μονάδων του ΑΕΠ ανάμεσα στην έμμεση και στην άμεση φορολογία εντοπίζεται σε ελάχιστες χώρες της Ευρωζώνης και για την ακρίβεια μόνο στη Λετονία και στην Εσθονία.

Να σημειωθεί ότι η φετινή απόδοση των άμεσων φόρων (και κυρίως του φόρου εισοδήματος) δεν είναι διασφαλισμένη για φέτος.

Οι φορολογούμενοι καλούνται φέτος να υποβάλουν φορολογικές δηλώσεις γνωρίζοντας ότι το κίνητρο για φοροδιαφυγή είναι ισχυρότερο από ποτέ. Από τη μία η υπερφορολόγηση για όσους δηλώνουν υψηλά εισοδήματα άνω των 30.000-40.000 ευρώ ετησίως διατηρείται, με τους συντελεστές να φτάνουν ακόμη και στο 55%, ενώ από την άλλη, η επιδοματική πολιτική για όσους εμφανίζουν ατομικό εισόδημα κάτω των 10.000 ευρώ, είναι η πιο γενναιόδωρη που έχει καταγραφεί τις τελευταίες 10ετίες.