ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το πρωτοποριακό σχέδιο που κατέληξε σε φιάσκο

to-protoporiako-schedio-poy-katelixe-se-fiasko-2318034

Οταν στις 17 Μαΐου του 2016 η Alpha Bank και η Eurobank ανακοίνωσαν τη σύμπραξη με την ευρωπαϊκή πλατφόρμα της KKR για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων, το εγχείρημα χαρακτηρίστηκε πρωτοποριακό, κυρίως γιατί ακουμπούσε την καρδιά του προβλήματος της ελληνικής οικονομίας.

Προβληματικές επιχειρήσεις με υψηλό δανεισμό αλλά με προοπτικές επιβίωσης, εάν «κουρεύονταν» τα δάνειά τους, εάν έμπαινε φρέσκο χρήμα και ενδεχομένως εάν άλλαζε και το μάνατζμεντ, που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν η πηγή των κακών, θα μπορούσαν να διασωθούν και να αποτελέσουν μέρος του σχεδίου ανάκαμψης του ελληνικού επιχειρείν.

Τρία χρόνια μετά, το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας διαψεύδει τις προσδοκίες, καθώς στην πλατφόρμα που έστησε η Pillarstone στην Ελλάδα εντάχθηκαν τελικώς μόλις δύο επιχειρήσεις, η Famar και η Notos Com. Στην περίπτωση της Famar το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης έχει οδηγηθεί σε αποτυχία, ενώ η Notos Com κινδυνεύει να αποτελέσει παράπλευρη απώλεια της διάρρηξης της συμφωνίας μεταξύ τραπεζών και Pillarstone.

Η αποτυχία της Pillarstone στη χώρα μας συνέπεσε με την είδηση για την αποχώρηση του βασικού μετόχου της, Τζον Ντάβισον και πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με το ναυάγιο της Ελλάδος. Αν και από την πλευρά της Pillarstone σημειώνεται ότι η δραστηριότητα στην Ιταλία, που περιλαμβάνει την αναδιάρθρωση περίπου οκτώ επιχειρήσεων, συνεχίζεται κανονικά και δεν επηρεάζεται από την αποχώρηση του επικεφαλής της, δεν ισχύει το ίδιο για την Ελλάδα, από την οποία η εταιρεία αποχωρεί. Σύμφωνα μάλιστα με την άποψη που επικρατεί στον χώρο των διαχειριστών, η πρόθεση της Pillarstone να σταματήσει τις απώλειες (stop loss) είναι ειλημμένη και έρχεται σε μια περίοδο που οι τράπεζες κορυφώνουν τις προσπάθειές τους για τη μείωση των κόκκινων δανείων.

Ανατρέχοντας στην αρχική συμφωνία που υπέγραψαν τον Μάιο του 2016, τα τρία μέρη έκαναν λόγο για δέσμευση ύψους 1,2 δισ. ευρώ με προοπτική τα κεφάλαια αυτά να αυξηθούν, αφού η δομή της συμφωνίας ήταν τέτοια που επέτρεπε και στις άλλες δύο τράπεζες να εμπλακούν στην υπόθεση και να συνεισφέρουν και αυτές κάποια από τα κόκκινα δάνεια των επιχειρήσεων που ψυχορραγούσαν από την έλλειψη ρευστότητας. Το ποσό του 1,2 δισ. ευρώ δεν καλύφθηκε ποτέ και η ένταξη δέκα τουλάχιστον μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν υποψήφιες να ενταχθούν στην πλατφόρμα της Pillarstone, παρέμεινε ευσεβής πόθος. Σύμφωνα μάλιστα με καλά πληροφορημένες πηγές, αρκετές από τις εταιρείες τις οποίες υπέδειξαν οι τράπεζες δεν είχαν καμιά τύχη να διασωθούν και έτσι οι συζητήσεις σε κάποιες περιπτώσεις έληξαν πρόωρα.

Ακόμη ωστόσο και για αυτές που άξιζαν τον κόπο, τα πολλαπλά business plan και τα due diligence παρέμειναν στα χαρτιά. Πιο χαρακτηριστική μεταξύ των περιπτώσεων που εξετάστηκαν, ήταν η «Καλλιμάνης» για τη διάσωση της οποίας συντάχθηκαν περίπου δέκα επιχειρηματικά πλάνα στην προσπάθεια συμφωνίας με τις τράπεζες. Στη λίστα των εταιρειών που κατά καιρούς εντάχθηκαν σε συζητήσεις, αρχικά με το KKR ήταν τα δάνεια των ιχθυοκαλλιεργειών και της χαλυβουργίας, αλλά στη συνέχεια οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε μικρότερες εταιρείες, όπως τα «Χρυσά Αυγά», η «Μούγερ», η «Μαλαματίνα» και πλείστες άλλες, χωρίς ωστόσο ποτέ η προσπάθεια να οδηγήσει σε ένα είδος συμφωνίας.

Πηγές με γνώση του θέματος χαρακτηρίζουν την επένδυση της Pillarstone στην Ελλάδα χωρίς αντίκρισμα. Η εν λόγω συμφωνία απέδωσε ελάχιστα όχι μόνο για τις τράπεζες και τις ελληνικές επιχειρήσεις που θα επωφελούνταν, αλλά και για την ίδια την Pillarstone. Η επένδυσή της στην Ελλάδα έληξε άδοξα και μάλιστα με ζημία, η οποία σύμφωνα με υπολογισμούς ξεπερνάει τα 10 εκατ. ευρώ. Τόσα ήταν τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την απόκτηση της άδειας διαχειριστή κόκκινων δανείων στην Ελλάδα, τη λειτουργία της νέας εταιρείας και τις αμοιβές που καταβλήθηκαν για τη διενέργεια due diligence ή την κατάρτιση business plan σε μια σειρά επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της προσπάθειας να υπάρξουν κάποιες συμφωνίες με τις τράπεζες. Τα χρήματα αυτά έπεσαν στο κενό.

Πηγές της αγοράς εξηγούν ότι το μοντέλο Pillarstone είναι πολύπλοκο και απαιτεί ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, στον βαθμό που τα κεφάλαια τα οποία δεσμεύει η πλατφόρμα μέσω του KKR, αλλά και άλλων distress fund, είναι ακριβό χρήμα. Τα επιτόκια δανεισμού της είναι της τάξης του 8%, ίσως και υψηλότερα, ενώ η απόδοση που επιδιώκει τόσο από τις επενδύσεις όσο και από τις προμήθειες που εισπράττει, είναι σε διψήφια ποσοστά. Πρόκειται, όπως εξηγούν πηγές με γνώση του θέματος, για ένα μοντέλο αναδιάρθρωσης ακριβό, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει σε χώρες όπως η Αμερική, όπου οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης και οι νομικές ενέργειες είναι γρήγορες και το χρήμα, ακόμη και όταν είναι ακριβό, δεν χορηγείται για μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Το μοντέλο αυτό είναι δυσλειτουργικό για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου τα πάντα κινούνται αργά.

Από τις κατά καιρούς συζητήσεις με τις τράπεζες έγινε σαφές ότι ένα βασικό σημείο διαφωνίας ήταν η κατάταξή τους ως πιστωτές, με την Pillarstone να διεκδικεί να έχει τον πρώτο λόγο στις αποπληρωμές των δανείων ή στη ρευστοποίηση της επιχείρησης σε περίπτωση αποτυχίας της επένδυσης. Οι τράπεζες, οι οποίες συναινούσαν σε γενναία «κουρέματα» προκειμένου να σωθεί μια εταιρεία, δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την απαίτηση της Pillarstone να καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε κάθε τέτοιου τύπου συμφωνία. Αποτέλεσμα ήταν οι συζητήσεις, προτού πέσουν οι υπογραφές σε κάθε συμφωνία, να τραβάνε σε μάκρος, η επιχείρηση να αιμορραγεί και να απαξιώνεται και οι δύο πλευρές, δηλαδή τράπεζες και Pillarstone, να απομακρύνονται περισσότερο παρά να συγκλίνουν.

Στον αντίλογο που διατυπώνεται για τις αιτίες αποτυχίας της Pillarstone στην Ελλάδα, περιλαμβάνονται οι διαφωνίες που υπήρξαν με τις τράπεζες για τις αποτιμήσεις των εταιρειών που τέθηκαν προς αναδιάρθρωση, με την Pillarstone να αμφισβητεί σε αρκετές περιπτώσεις τις τιμές με τις οποίες οι τράπεζες εμφάνιζαν την αξία αυτών των επιχειρήσεων στα βιβλία τους. Ετσι, οι αποτιμήσεις υπολείπονταν αυτών που οι τράπεζες υποστήριζαν, γεγονός που επηρέαζε και τις συζητήσεις για τα νέα κεφάλαια που έπρεπε να εισέλθουν σε αυτές τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο του πλάνου αναδιάρθρωσης. Πίσω από αυτές τις διαφωνίες, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, ήταν η ανεπάρκεια των προβλέψεων που οι τράπεζες είχαν κάνει για μια σειρά μεγάλα ή μικρότερα επιχειρηματικά δάνεια και οι οποίες θα έπρεπε να αναπροσαρμοστούν προς τα κάτω, οδηγώντας σε πρόσθετες ζημίες το τραπεζικό σύστημα.