ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χαμηλές προσδοκίες για τις λιγνιτικές

Χαμηλές προσδοκίες για τις λιγνιτικές

Με πλήρη αβεβαιότητα ως προς το αποτέλεσμα προχωράει προς την τελική ευθεία το δεύτερο εγχείρημα πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Η εικόνα που διαμορφώνεται από την πλευρά των επενδυτών, λίγες μόλις ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 28ης Μαΐου για την κατάθεση δεσμευτικών προσφορών, προσομοιάζει αρκετά σε αυτήν του πρώτου άγονου διαγωνισμού και ο κίνδυνος ενός νέου ναυαγίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Το τοπίο μάλιστα σε σχέση με τον πρώτο διαγωνισμό και παρά τις προσπάθειες της ΔΕΗ να τονώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον μέσα από μια σειρά μέτρα που έλαβε το τελευταίο διάστημα, εμφανίζεται δυσμενέστερο, μετά τη δεδομένη αποχώρηση από τη διαδικασία της Sev.En Energy. Η τσεχική εταιρεία, η οποία στον προηγούμενο διαγωνισμό κατέθεσε δεσμευτική προσφορά με ειδικούς όρους σε κοινοπραξία με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, γνωστοποίησε τις προηγούμενες ημέρες την εξαγορά δύο ανθρακικών μονάδων ισχύος 516 MW και μιας φυσικού αερίου 64 MW στην Τσεχία από την ελβετική Alpig, επενδύοντας συνολικά 280 εκατ. ευρώ.

Οι Τσέχοι γύρισαν την πλάτη στους λιγνίτες της ΔΕΗ αξιολογώντας ως αρνητική την επένδυση, χωρίς τον επιμερισμό του ρίσκου των CO2, αίτημα που διαπραγματεύτηκαν με τη διοίκηση της ΔΕΗ αλλά και με την DGcomp τόσο στον πρώτο διαγωνισμό όσο και στον δεύτερο, και απορρίφθηκε λόγω ασυμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο περί ανταγωνισμού. Την απόσυρσή της από τη διαδικασία φέρεται να έχει αποφασίσει και η ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ η οποία και στον προηγούμενο διαγωνισμό δεν συμμετείχε στο στάδιο των δεσμευτικών προσφορών. Οι προσπάθειες της ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ για τη δημιουργία ενός κοινού επενδυτικού σχήματος με κάποιον από τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό ενεργειακούς ομίλους και τη συμμετοχή ενεργοβόρων επιχειρήσεων, δεν είχαν αποτέλεσμα, ενώ μετέωρες έμειναν και οι συζητήσεις με τη «Μυτιληναίος» για κοινή κάθοδο στον διαγωνισμό. Επιφυλακτικοί ως προς τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό εμφανίζονται και οι υπόλοιποι τρεις υποψήφιοι, Μυτιληναίος, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και CHN Energy – Κοπελούζος. Είναι κοινή η εκτίμηση των υποψηφίων ότι οι μονάδες εξακολουθούν να μην είναι κερδοφόρες και με τους όρους του νέου SPA, τα στοιχεία του οποίου για την εξέλιξη βασικών μεγεθών που συνδέονται με τη βιωσιμότητα των μονάδων αμφισβητούν. Βάσει αυτών των εκτιμήσεων τις επόμενες ημέρες θα αποφασίσουν εάν θα αποσυρθούν από τη διαδικασία του διαγωνισμού ή αν θα καταθέσουν δεσμευτική προσφορά. Το σχήμα Κοπελούζου – CHN Energy εμφανίζεται ως το πιο επιφυλακτικό και τείνει προς την αποχώρηση, κάτι που έκανε και στον προηγούμενο διαγωνισμό.

Με σκεπτικισμό βλέπουν τη συμμετοχή τους η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η «Μυτιληναίος», που βάζουν στο κάδρο και την κατάσταση της ΔΕΗ αλλά και της αγοράς ηλεκτρισμού στην οποία δραστηριοποιούνται. «Η επένδυση από μόνη της είναι αρνητική. Θα εξαντλήσουμε όμως τις δυνατότητες μήπως και καταστεί εφικτό να καταθέσουμε μια αξιοπρεπή προσφορά», τονίζουν στην «Κ» κύκλοι της ΤΕΡΝΑ συνδέοντας το εγχείρημα με την οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ και την ανάγκη εξομάλυνσης της αγοράς ηλεκτρισμού. Απρόβλεπτη εκτιμάται η στάση που θα κρατήσει η «Μυτιληναίος» σε αυτόν τον διαγωνισμό, η οποία ήταν η μοναδική εταιρεία που κατέθεσε έγκαιρη προσφορά στον προηγούμενο, για τη μονάδα της Μελίτης, με τίμημα 25 εκατ. ευρώ. Κύκλοι της εταιρείας αμφισβητούν τα στοιχεία που έδωσε η ΔΕΗ για τις μονάδες και εκτιμούν ότι δεν υπάρχει βελτίωση σε σχέση με τον προηγούμενο διαγωνισμό. Σε κάθε περίπτωση, πιθανή συμμετοχή της «Μυτιληναίος» στον διαγωνισμό θα αφορά τη μονάδα της Μελίτης και όχι της Μεγαλόπολης.

Στις τελικές αποφάσεις τους οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα λάβουν υπόψη τους και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, καθώς εκτιμούν ότι θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις της επόμενης ημέρας και ως εκ τούτου τις εξελίξεις στο μέτωπο της αποεπένδυσης και συνολικά της αγοράς ηλεκτρισμού. Χαμηλές προσδοκίες για την πορεία του διαγωνισμού διατηρεί η πλευρά της ΔΕΗ αλλά και του υπουργείου Ενέργειας. Για τη ΔΕΗ και τον κ. Παναγιωτάκη δεν φαίνεται να υπάρχει καλό σενάριο.
Ετσι όπως διαμορφώνονται τα πράγματα, θα κληθεί να αντιμετωπίσει είτε το κακό σενάριο της μη κατάθεσης δεσμευτικών προσφορών είτε το λιγότερο(;) κακό της αποδοχής προσφορών με χαμηλό τίμημα.

Οσον αφορά το υπουργείο Ενέργειας, το κριτήριο του τιμήματος δεν φαίνεται να το απασχολεί. Aυτό που επιδίωξε και στον προηγούμενο διαγωνισμό και επιδιώκει και τώρα, είναι να πουληθούν οι μονάδες και να κλείσει η εκκρεμότητα «λιγνίτες» με την DGcomp, ώστε να αποφευχθεί η υποχρέωση πώλησης και υδροηλεκτρικών.

Για τη ΔΕΗ το κλείσιμο της υπόθεσης «αποεπένδυση» στον λιγνίτη θα βάλει τέλος και στα «πέναλτι» των ΝΟΜΕ, δηλαδή τις επιπλέον ποσότητες που καλείται να διαθέτει σε τρίτους μέσω δημοπρασιών, βάσει της συμφωνίας με τους πιστωτές.

Τι βλέπουν οι επενδυτές στο data room

Τα βασικά μεγέθη για τη Μελίτη και τη Μεγαλόπολη που έχει αναρτήσει η ΔΕΗ στο data room εμφανίζουν τις μονάδες κερδοφόρες, οι παραδοχές τους ωστόσο αμφισβητούνται από τους επενδυτές. Η ΔΕΗ εκτιμά ότι η χονδρεμπορική τιμή (ΟΤΣ) στο διάστημα 2020-2028 θα κυμανθεί μεταξύ 74 και 78 ευρώ η μεγαβατώρα και οι τιμές δικαιωμάτων ρύπων (CO2) μεταξύ 27 και 31 ευρώ ο τόνος, με πραγματικό κόστος 10% χαμηλότερο από την ονομαστική τους αξία (λόγω hedging). Για τη Μελίτη προβλέπει αύξηση της παραγωγής από 1.992 Gwh σε 2.178 GWh το 2020. Το συνολικό κόστος λειτουργίας της μονάδας, σε απόλυτους αριθμούς, από 139,2 εκατ. ευρώ το 2020 προβλέπεται να υποχωρήσει στα 110,6 εκατ. ευρώ το 2021, στα 121,8 εκατ. ευρώ το 2022, με κορύφωση στα 133,6 εκατ. ευρώ το 2026 –χρονιά με τις υψηλότερες δαπάνες CO2– και χαμηλό τα 121,8 εκατ. ευρώ το 2025, χρονιά με τις χαμηλότερες δαπάνες CO2. Το ετήσιο free cash flow (ελεύθερες ταμειακές ροές) της Μελίτης, από 7,3 εκατ. ευρώ το δεύτερο εξάμηνο του 2019, θα ανέβει στα 24 εκατ. ευρώ το 2020, για να υποχωρήσει στα 16 εκατ. ευρώ το 2021 και από εκεί και πέρα θα κινηθεί στα 24,3 εκατ. ευρώ το 2022, στα 24,9 εκατ. ευρώ το 2023 και στα 23,1 εκατ. ευρώ το 2024.

Σε ό,τι αφορά τη Μεγαλόπολη, το κόστος για το δεύτερο εξάμηνο του 2019 εκτιμάται στα 64,2 ευρώ/Mwh, ανεβαίνει στα 70 ευρώ/MWh το 2020 και παραμένει σε επίπεδα άνω των 72 ευρώ/MWh έως και το 2025, χρονιά στην οποία διαμορφώνεται στα 75,3 ευρώ/MWh, οπότε είναι και η αιχμή.

Το σωρευτικό cash flow στο βασικό σενάριο διαμορφώνεται στο τέλος του 2028 στα 147,9 εκατ. ευρώ ή στα 179,4 εκατ. ευρώ, αν επιτευχθεί μείωση 15% των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης των μονάδων και των ορυχείων.