ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θ. Θεμιστοκλέους: Πληγή για την Ελλάδα η απουσία επενδύσεων

27gkat_26_page_1_image_0001

Η ελληνική οικονομία οφείλει να γίνει πιο ευέλικτη, καθώς η απουσία επενδύσεων είναι η μεγαλύτερη πληγή για αυτή, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην «Κ» o Θέμης Θεμιστοκλέους, επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου επενδύσεων της UBS, εξηγώντας γιατί η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μιλάει για το τι σημαίνει το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών για τους επενδυτές, ενώ τονίζει πως οι γενικές εκλογές στην Ελλάδα θα είναι καθοριστικές για την οικονομία. Οσον αφορά τις προεκλογικές εξαγγελίες της κυβέρνησης, εκτιμά πως οι δανειστές αναμένεται να αντιδράσουν έντονα και εξηγεί γιατί η UBS ανησυχεί για την Ελλάδα και τα ελληνικά ομόλογα.

Οι ευρωεκλογές συνήθως δεν αποτελούσαν σημαντικό γεγονός για τις αγορές, ωστόσο αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ποιοι είναι οι πιθανοί κίνδυνοι για τους επενδυτές;

Τα λαϊκιστικά κόμματα θα έχουν ξεκάθαρα ενισχυμένη παρουσία στο Ευρωκοινοβούλιο. Το ερώτημα είναι αν θα μπορούν να επηρεάσουν τη νομοθεσία –και άρα την οικονομία– στην Ευρώπη, κάτι που θα επηρέαζε έντονα τις αγορές. Θεωρώ πως ο κίνδυνος είναι χαμηλός, καθώς τα ποσοστά τους αναμένεται να κυμανθούν στο 25% με 30% και δεν θα έχουν πλειοψηφία για να μπορούν να καθορίζουν τη νομοθεσία, ενώ τα περισσότερα από αυτά τα κόμματα είναι επίσης εθνικιστικά, κι έτσι η δημιουργία συνασπισμών θα είναι δύσκολη, καθώς το καθένα έχει τη δική του εθνική ατζέντα. Αυτό ωστόσο που μπορούν να πράξουν τα εν λόγω κόμματα είναι να δημιουργήσουν πρόβλημα στο «πέρασμα» κάποιων νομοσχεδίων, κάνοντας τα πράγματα πιο περίπλοκα. Για την ευρωπαϊκή αγορά γενικότερα δεν αναμένεται να υπάρξει μεγάλη ανησυχία, αλλά όσον αφορά μεμονωμένες αγορές, εκεί υπάρχει πιθανότητα αναταραχής. Ενα καλό παράδειγμα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και τι αντίκτυπο θα έχει μια μεγάλη ήττα του Συντηρητικού κόμματος. Ενα άλλο είναι η Ιταλία και τι μπορεί να σημαίνει για τη χώρα η ενίσχυση του κόμματος του Σαλβίνι, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την αγορά ομολόγων.

Χώρες όπως η Ιρλανδία και η Κύπρος, που βγήκαν από τα μνημόνια, κατάφεραν να αναπτυχθούν με ρυθμούς 4%. Γιατί η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε «χαμηλές πτήσεις»;

Αν εξετάσει κανείς πόσο χαμηλό είναι το σημείο εκκίνησης, θα περίμενε όντως μια πολύ ταχύτερη ανάπτυξη από την Ελλάδα βγαίνοντας από την ύφεση. Υπάρχουν διαφορές σε σύγκριση με την Ιρλανδία και την Κύπρο. Μία από αυτές είναι ότι είναι πιο ευέλικτες οικονομίες και εφάρμοσαν περισσότερες μεταρρυθμίσεις πριν αλλά και μετά την κρίση. Μιλάω με ξένους επενδυτές και μου λένε ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει περισσότερα στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων, ενώ είναι σαφές ότι η οικονομία της δεν είναι αρκετά ευέλικτη. Ενας δεύτερος πολύ σημαντικός λόγος που εξηγεί αυτούς τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι η απουσία επενδύσεων. Αυτή είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση όταν εξετάζει κανείς την ελληνική οικονομία. Αυτό συμβαίνει λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης ή έλλειψης κινήτρων; Γνωρίζω, για παράδειγμα, ότι η Κύπρος ήταν επιθετική σε αυτό το μέτωπο και το κατάφερε, και αυτό βοήθησε την οικονομία να αναπτυχθεί πάνω από 4% πέρυσι. Επίσης, όταν μιλάω με τους επενδυτές, ένα άλλο θέμα για το οποίο διαμαρτύρονται είναι ότι πολλά projects προχωρούν πολύ αργά. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα success story πάνω στο οποίο να κτίσει και να δημιουργήσει ένα καλό ιστορικό. Αν το κάνει, οι επενδυτές θα έρθουν.

Οι γενικές εκλογές θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του επενδυτικού κλίματος;

Οι επιχειρήσεις πάντα αναζητούν ένα φιλικό για αυτές περιβάλλον και θέλουν κίνητρα. Το ενδιαφέρον θα είναι να δούμε όχι μόνο τις προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά επίσης το τι εφαρμόζεται μετά τις εκλογές. Πάντα οι υποσχέσεις είναι εύκολες, η εφαρμογή τους είναι το δύσκολο κομμάτι. Αυτά λοιπόν που θα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση θα είναι καθοριστικά για την επενδυτική εμπιστοσύνη.

Οι πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης προκάλεσαν ανησυχία σε θεσμούς, αναλυτές και οίκους αξιολόγησης. Τα μέτρα αυτά είναι στη σωστή κατεύθυνση, είναι αναπτυξιακά και τι αντίκτυπο θα έχουν;

Κατά την άποψή μου οι δανειστές θα αντιδράσουν έντονα στη μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος. Και η Ελλάδα θα είναι πολύ δύσκολο να αποκλίνει από τους συμφωνημένους στόχους. Οι κυβερνήσεις πάντοτε πιστεύουν ότι εάν δαπανούν περισσότερο, η ανάπτυξη θα είναι υψηλότερη, θα έχουν περισσότερα έσοδα. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί πάντα. Είναι πολύ πιο εύκολο να πείσουν τους ξένους επενδυτές να έρθουν και να φέρουν τα κεφάλαιά τους παρά να προσπαθεί η κυβέρνηση να αυξήσει τις παροχές. Ολα αυτά τα μέτρα ενισχύουν την ανάπτυξη, αλλά το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι έχει ένα πάρα πολύ υψηλό επίπεδο χρέους. Δεν θα μπορεί να αντέξει οικονομικά εάν υπάρξει μια νέα ύφεση. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μακροπρόθεσμα εξακολουθούμε να ανησυχούμε για την Ελλάδα. Αν η Ελλάδα βρεθεί σε ύφεση, για παράδειγμα, το 2022-2024, όταν οι λήξεις χρέους είναι πολύ υψηλές, θα πρέπει να πληρώσει πολύ υψηλότερα επιτόκια.

Σε πρόσφατη έκθεσή της η UBS τόνισε ότι είναι επιφυλακτική όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα ελληνικά ομόλογα. Ποιοι λόγοι σάς οδήγησαν σε αυτή τη στάση;

Εάν κοιτάξει κανείς το spread μεταξύ των ελληνικών και των ιταλικών ομολόγων, ή ακόμη και των ισπανικών ή των πορτογαλικών, θα δει ότι έχει μειωθεί αρκετά. Και η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι σε όλες αυτές τις χώρες σε όρους χρέους, αλλά και όσον αφορά το μομέντουμ της οικονομίας. Ετσι, εκτιμούμε πως οι σημερινές αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων δεν «αποζημιώνουν» τους επενδυτές για τους κινδύνους που υπάρχουν γύρω από την Ελλάδα και για το ρίσκο που αναλαμβάνουν. Για αυτό δίνουμε σύσταση «πώλησης». Εάν υπάρξει ύφεση σε πέντε χρόνια, η Ελλάδα θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος του χρέους της.

Η επενδυτική βαθμίδα

Κατά την άποψή σας, λοιπόν, ο δρόμος προς την «επενδυτική βαθμίδα» για την Ελλάδα είναι μακρύς;

Είναι αρκετά μακρύς. Πρέπει να ανέβει 3-4 σκαλοπάτια στις αξιολογήσεις για να φθάσει την επενδυτική βαθμίδα. Είναι πολύ πιθανό να ανέβει κατά μία βαθμίδα στο επόμενο διάστημα, αλλά για να φθάσει στην «πρώτη κατηγορία» θα είναι μια μακρά διαδικασία.

Ποιες είναι οι μεγάλες προκλήσεις για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή;

Η νούμερο ένα πρόκληση είναι η προσέλκυση επενδύσεων. Οι καταναλωτικές δαπάνες έχουν ανακάμψει και υπάρχουν τομείς της οικονομίας που έχουν πολύ καλή πορεία, όπως ο τουρισμός, ωστόσο η μεγάλη αλλαγή για τη χώρα θα έρθει από την ενίσχυση των επενδύσεων. Αν το πετύχει αυτό, το 2020 μπορεί να αναπτυχθεί με ρυθμούς πέριξ του 2,9%. Δεύτερον, υπάρχουν και οι εξωτερικοί παράγοντες.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει αλώβητη από μια πιθανή επιβράδυνση της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τέλος, η τρίτη μεγάλη πρόκληση είναι το υψηλό επίπεδο των NPLs των ελληνικών τραπεζών. Κάθε φορά που υπάρχει μια κρίση ή αναταραχή στην αγορά, όλοι ρωτούν εάν οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν νέα κεφάλαια. Για να είναι υγιής η οικονομία και να σημειωθεί ανάπτυξη πρέπει να υπάρχει ροή χρηματοδότησης. Και αυτή περιορίζεται από το «βουνό» των NPLs.