ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επτά συν μία κινήσεις για να βγει ο «λογαριασμός» του επόμενου έτους

staikouras-

Σε έναν συνδυασμό επτά κινήσεων και ενός πιθανού «κρυφού χαρτιού» ποντάρει η κυβέρνηση για να εξασφαλίσει τον δημοσιονομικό χώρο που χρειάζεται για τις φοροελαφρύνσεις του 2020, ενώ παράλληλα προσβλέπει στην ανάπτυξη κλίματος εμπιστοσύνης με τους δανειστές, ώστε να ακούσουν με θετική προδιάθεση την κυβερνητική επιχειρηματολογία.

Η αποστολή των δανειστών, που βρισκόταν την πρώτη εβδομάδα μετά τις εκλογές στην Αθήνα, συναντήθηκε με αρκετά στελέχη της νέας κυβέρνησης και βεβαίως με τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα. Ενημερώθηκε για τις πρώτες εκτιμήσεις της κυβέρνησης σχετικά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2019 και τα σχέδιά της για το 2020 και φαίνεται ότι πείσθηκε –κατ’ αρχάς, τουλάχιστον– ότι το 2019 δεν θα υπάρξει πρόβλημα. Διατήρησε, όμως, τις επιφυλάξεις της για το 2020, εν αναμονή των λεπτομερών σχεδίων για τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τα οποία η κυβέρνηση δεσμεύθηκε να στείλει σύντομα. Ολα θα μπουν στο τραπέζι στα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν αναμένεται να επιστρέψει η αποστολή των δανειστών στην Αθήνα, προκειμένου να συντάξει την τέταρτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της, αλλά και να συζητήσει τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους.

Οι κινήσεις στις οποίες βασίζεται η κυβέρνηση για να εξοικονομήσει δημοσιονομικό χώρο είναι οι εξής:

1. Προσαρμογή της οροφής των δαπανών του προϋπολογισμού σε χαμηλότερα, ρεαλιστικά επίπεδα. Εκτιμάται, με βάση την εμπειρία των υπερπλεονασμάτων του παρελθόντος, ότι οι οροφές έχουν τοποθετηθεί σε υψηλά επίπεδα, τα οποία είναι αδύνατον να επιτευχθούν. Ο υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης ανέφερε ενδεικτικά την περασμένη εβδομάδα στον ΣΚΑΪ ότι είναι δυνατόν να εξοικονομηθεί 1 δισ. ετησίως από αυτή την κίνηση εξορθολογισμού τους.

2. Επισκόπηση δαπανών (spending review). Πρόκειται για μια άσκηση που έχει ήδη ξεκινήσει από την προηγούμενη κυβέρνηση σε ορισμένα υπουργεία, με αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί ποσό της τάξης των 70 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, ο τέως αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, που «έτρεχε» το έργο, προσδοκούσε εξοικονόμηση 360 εκατ. ευρώ. Στόχο 400 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2020 βάζει και η παρούσα κυβέρνηση, που σκοπεύει να επεκτείνει την επισκόπηση σε μεγάλα υπουργεία (π.χ. Αμυνας).

3. Συγκράτηση μεταβίβασης πιστώσεων σε ΔΕΚΟ κατά 400 εκατ. ευρώ το 2020. «Θέλουμε πιο σφιχτούς προϋπολογισμούς στις ΔΕΚΟ», λέει χαρακτηριστικά κυβερνητικό στέλεχος. «Βεβαίως, παράλληλα θα επιδιώξουμε να αυξηθούν και τα έσοδα σε τομείς όπως ταχυδρομεία και συγκοινωνίες», προσθέτει.

4. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και αξιοποίηση ανενεργών ακινήτων. Από την πρώτη εκτιμάται δυνατότητα εξοικονόμησης 150 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2020, ενώ η αξιοποίηση μόνο και μόνο των ακινήτων του ΕΦΚΑ μπορεί να αποδώσει 20 εκατ. ευρώ τον χρόνο, αναφέρεται από κυβερνητική πηγή.

5. Διατήρηση της αναλογίας 5 προς 1 στις προσλήψεις στο Δημόσιο ή έστω λίγο χαμηλότερης,  έναντι του 1 προς 1 που προέβλεπε η προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτό μπορεί να αποφέρει γύρω στα 75 εκατ. ευρώ τον πρώτο χρόνο και 300 εκατ. ευρώ την τετραετία, εκτιμούν στην κυβέρνηση.

6. Επιτάχυνση της ανάπτυξης. Είναι η μεγαλύτερη φιλοδοξία της κυβέρνησης, και πηγές της θεωρούν ότι τα πρώτα δείγματα θα δοθούν ήδη από φέτος, καθώς αναμένεται επιτάχυνση του ρυθμού του 1,3% του πρώτου τριμήνου και υπέρβαση των τελευταίων εκτιμήσεων (π.χ. ΙΟΒΕ 1,8%, Τράπεζα της Ελλάδος 1,9%). Η υψηλότερη ανάπτυξη θα αντανακλάται στα έσοδα, εκτιμούν στην κυβέρνηση. Οπως λέει χαρακτηριστικά οικονομικός αναλυτής, το ½ από την επιπλέον ανάπτυξη επιστρέφει στα ταμεία του Δημοσίου.

7. Ρύθμιση για τις 120 δόσεις. Η κυβέρνηση ευελπιστεί ότι οι διευκολύνσεις που θα ψηφιστούν για την ένταξη στη ρύθμιση θα αυξήσουν τη συμμετοχή των οφειλετών, με αποτέλεσμα να αποφευχθεί η δημιουργία δημοσιονομικού κενού, την οποία προέβλεπαν οι δανειστές (0,3%-0,6% του ΑΕΠ). Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκή πηγή, φεύγοντας από την Αθήνα οι δανειστές είχαν ήδη αναθεωρήσει τη συγκεκριμένη πρόβλεψή τους.

Τα παραπάνω ίσως δεν αποδειχθούν αρκετά για να καλύψουν το κενό του 2020. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, αυτό προσεγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ, χωρίς τις φοροελαφρύνσεις της νέας κυβέρνησης, που δεν έχουν εκτιμηθεί.

Σημειώνεται ότι η ρύθμιση για τον ΕΝΦΙΑ, που ψηφίζεται τις επόμενες ημέρες, θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του 2019 κατά 200 εκατ. ευρώ επιπλέον της προηγούμενης ρύθμισης, την οποία αντικαθιστά. Το ποσό είναι διαχειρίσιμο. Το ίδιο δεν ισχύει για τα μέτρα του 2020, για τα οποία ο τέως υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος είπε στη Βουλή ότι θα επιφέρουν κόστος 1,8 δισ. ευρώ.

Στο σημείο αυτό η κυβέρνηση εξετάζει, σύμφωνα με πληροφορίες, μία επιπλέον ιδέα, στην οποία  βεβαίως πρέπει να συμφωνήσουν οι δανειστές: να υπολογίζονται στα έσοδα οι επιστροφές κερδών από ομόλογα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών (SMPs και ANFAs), οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της συμφωνίας του 2018 για την ελάφρυνση του χρέους και φτάνουν το 1,3 δισ. ευρώ ετησίως. Με βάση την υφιστάμενη συμφωνία, τα ποσά αυτά δεν υπολογίζονται στα έσοδα «κατά πρόγραμμα» και άρα δεν μετράνε στην επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ. Η ιδέα συζητήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, στις συναντήσεις με τους δανειστές προ δεκαημέρου, ενώ διατυπώθηκε και σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων με Ελληνες, στο περιθώριο του συνεδρίου του Εconomist στις 16-17 Ιουλίου.

Απώτερη επιδίωξη της κυβέρνησης είναι βεβαίως η μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά αυτό τοποθετείται για το 2021 και 2022.

Σημειώνεται, πάντως, ότι ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ έκανε σαφές σε συνέντευξή του στην «Κ» ότι οι θεσμοί απογοητεύθηκαν από τη μείωση του αφορολογήτου, η οποία από μόνη της θα εξοικονομούσε 1,8 δισ. ευρώ το 2020, διευρύνοντας τη φορολογική βάση.

Η επιδίωξη

Απώτερη επιδίωξη της κυβέρνησης είναι βεβαίως η μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά αυτό τοποθετείται για το 2021 και 2022.

Σημειώνεται, πάντως, ότι ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ έκανε σαφές σε συνέντευξή του στην «Κ» ότι οι θεσμοί απογοητεύθηκαν από τη μείωση του αφορολογήτου, η οποία από μόνη της θα εξοικονομούσε 1,8 δισ. ευρώ το 2020, διευρύνοντας τη φορολογική βάση.

Αντίστοιχα, οικονομικοί αναλυτές στην Αθήνα θεωρούν ότι τα δύο μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης στα οποία συναίνεσε η Νέα Δημοκρατία, η αναίρεση της μείωσης του αφορολογήτου και το επίδομα εν είδει 13ης σύνταξης, δεν κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. «Το επίδομα της σύνταξης είναι άδικο από πλευράς διανεμητικού αποτελέσματος και έχει μεγάλο κόστος για τον προϋπολογισμό», αναφέρει ακαδημαϊκή πηγή. Αλλη πηγή, από τον τραπεζικό τομέα, εξέφραζε αμφιβολίες για το κατά πόσον ακόμη και η αποδοχή από τους θεσμούς του μέτρου των SMPs  και ANFAS φτάνει για να καλυφθεί το κενό του 2020.