ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνδυνοι για στόχο του πλεονάσματος και ανάκαμψη

Κίνδυνοι για στόχο του πλεονάσματος και ανάκαμψη

Διπλή προειδοποίηση για την επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ, αλλά και για το ενδεχόμενο αναχαίτισης της ανάκαμψης, λόγω του επίφοβου διεθνούς περιβάλλοντος, απηύθυνε χθες η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, για το β΄ τρίμηνο του 2019, την οποία παρουσίασε ο συντονιστής του Γραφείου Φραγκίσκος Κουτεντάκης.

Ειδικότερα, το Γραφείο αποκαλύπτει ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα του πρώτου εξαμήνου έχει επιδεινωθεί κατά 2,1 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Και παρότι εκτιμά ότι ο στόχος του 3,5% παραμένει εφικτός, επισημαίνει ότι «οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι έχουν αυξηθεί».

Για την «τρύπα» των 2,1 δισ. ευρώ (πάνω από 1% του ΑΕΠ) του πρώτου εξαμήνου, σε σύγκριση με πέρυσι, ευθύνονται κατά κύριο λόγο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Γραφείου, οι παροχές της προηγούμενης κυβέρνησης, αφού το επίδομα της λεγόμενης 13ης σύνταξης κόστισε πάνω από 900 εκατ. ευρώ, ενώ άλλα περίπου 400 εκατ. ευρώ θα είναι η επιβάρυνση από τις μειώσεις του ΦΠΑ. Η απόκλιση επιβαρύνεται περαιτέρω εξαιτίας της επιπρόσθετης μείωσης του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ), σύμφωνα με το Γραφείο.
Επιβεβαιώνονται έτσι οι προειδοποιήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος πριν από τις εκλογές για τον κίνδυνο υπέρβασης του δημοσιονομικού στόχου, εξαιτίας των παροχών, αλλά και οι ανησυχίες των δανειστών.

Ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ θεωρείται παρ’ όλα αυτά εφικτός, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι τον περασμένο χρόνο δόθηκαν αναδρομικά και κοινωνικό μέρισμα στο τέλος του χρόνου, ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ, που δεν θα επαναληφθούν φέτος, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα, παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ πάνω από τον στόχο, κοντά στο 4,3% του ΑΕΠ.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση φέρεται αποφασισμένη να επιδιώξει την επίτευξη του στόχου πάση θυσία. Ετσι, ο υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης δήλωσε χθες στον ΣΚΑΪ ότι η κυβέρνηση θα εφαρμόσει τις φορολογικές μειώσεις σταδιακά, σε βάθος τετραετίας, με τρόπο που να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο δημοσιονομικού κενού και να μην υπάρξει ανάγκη πρόσθετων μέτρων.

Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τον κίνδυνο για την ανάπτυξη, η έκθεση αναφέρει: «Η Ελλάδα εξήλθε από μια μακροχρόνια ύφεση και η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017 μπορεί να απειληθεί από την επιβράδυνση που υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρώπη».

Στο σημείο αυτό, η έκθεση σημειώνει ότι για να περιοριστεί ο σχετικός κίνδυνος είναι απαραίτητο να συμμετάσχει η Ελλάδα σε έναν νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, καθώς και να μειωθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του 3,5% του ΑΕΠ.