ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιχειρήσεις, αρχεία, παρελθόν: μια επένδυση για το μέλλον

madi-in-greece

Μόλις πριν από ένα χρόνο, στην έκθεση «160 χρόνια Made in Greece. Βιομηχανία, Πρωτοπορία, Καινοτομία», το ελληνικό κοινό είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ιστορίες τολμηρών επιχειρηματιών, δυναμικών επιχειρήσεων και ομίλων. Επενδυτικές πρωτοβουλίες, που γεννήθηκαν άλλοτε μέσα σε δυσοίωνες και άλλοτε σε ευοίωνες συνθήκες για την ιδιωτική οικονομία, αποκάλυψαν μια άλλη εικόνα για τη βιομηχανική παραγωγή της χώρας και έβαλαν ένα ερωτηματικό στη γνωστή παραδοχή ότι «η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας είναι ο τουρισμός». Στη διάρκεια της τρίμηνης έκθεσης –που φιλοξενήθηκε στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στις αρχές του 2018–, ακούσαμε αρκετούς επισκέπτες να «ανακαλύπτουν» με ενθουσιασμό τη μακρά ιστορία αρκετών ελληνικών βιομηχανιών, να εντοπίζουν τον αποφασιστικό ρόλο των επενδυτών στην εισαγωγή νέων και πρωτοποριακών κλάδων στην ελληνική βιομηχανία και να παρακολουθούν τη συμβολή των κοινωνικών δικτύων και της κουλτούρας του «συνεργείν» στην άνθηση της βιομηχανίας. Να σημειώσουμε εδώ ότι αρκετές από αυτές τις επιχειρήσεις παραμένουν ενεργές ακόμη και σήμερα, επιβιώνοντας με την ίδια ιστορική επωνυμία ή αναγεννημένες μέσα σε νέους επιχειρηματικούς σχηματισμούς. Η συνδυαστική παρουσίαση των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών μέσα από εκθέματα (προϊόντα, μηχανολογικός εξοπλισμός) μαζί με αρχειακό υλικό (έγγραφα, φωτογραφίες, διαφημίσεις) τεκμηρίωνε στους επισκέπτες τις διαδρομές αυτών των επιχειρήσεων στους δύο προηγούμενους αιώνες και επιβεβαίωνε το ιστορικό αποτύπωμα των παραγωγικών δυνάμεων στον οικονομικό ρου της χώρας. Ταυτόχρονα, η έκθεση επεδίωκε την εξοικείωση του κοινού με τις πολλαπλές διαστάσεις της ιστορίας των επιχειρήσεων: τεχνολογική καινοτομία, επενδυτική πρωτοβουλία, δημιουργικότητα και συνεργασία μέσα από τον διάλογο με επιχειρηματικούς εταίρους σε άλλες χώρες, πρωτοτυπία χάρη στη συμβολή του επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού, κοινωνική δικτύωση σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο.

Στο διάστημα προετοιμασίας της έκθεσης και αναζήτησης αρχειακού υλικού διαπιστώθηκε ένα πρόβλημα, το οποίο είναι ήδη γνωστό στην κοινότητα των ερευνητών που ενδιαφέρονται για τη μελέτη της οικονομικής ιστορίας και της ιστορίας των επιχειρήσεων. Απουσίαζαν τα αρχειακά σύνολα που είχαν προκύψει από τις δραστηριότητες των περισσότερων επιχειρηματικών σχημάτων και άρα τα ίχνη τους μέσα στην παραγωγική ιστορία της χώρας. Οι εξαγωγικές δραστηριότητες, οι περίοδοι ύφεσης αλλά και ο αντίκτυπος των πολιτικών αλλαγών αντανακλώνται μέσα στα αρχεία των επιχειρήσεων. Ακόμη και ενεργές ελληνικές βιομηχανίες δυσκολεύονταν να εντοπίσουν τεκμήρια για τα στάδια εκσυγχρονισμού του μηχανολογικού εξοπλισμού τους, αλληλογραφία για τις διαφημιστικές πρακτικές τους και για τις πολιτικές διαχείρισης του εγχώριου και διεθνούς ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα έχουν διασωθεί λιγοστά αρχεία επιχειρήσεων σε σχέση με το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν στη χώρα. Ακόμη και όταν διασώζονται, συνήθως είναι διασπασμένα, αφού έχουν διαταραχθεί από παρεμβάσεις αγνώστων, που αποσπούν τα πιο ελκυστικά μέρη τους (αφίσες, προωθητικό υλικό, φωτογραφίες, συμφωνίες και συμβόλαια). Οι συνηθέστερες οδοί για τη διάσωση αυτής της κατηγορίας αρχείων είναι μέσω της πτώχευσης και της κατάσχεσης των εγκαταστάσεων από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα, είτε μέσω πρωτοβουλιών των ίδιων των επιχειρηματιών ή των κληρονόμων τους, που θέλουν να διασωθεί η μνήμη μιας μακράς, ενίοτε δαιδαλώδους και πλέον κατασιγασμένης οικονομικής δραστηριότητας.

Το ζήτημα που παραμένει είναι ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καθυστερήσει να παρακολουθήσουν τις διεθνείς εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα και να προχωρήσουν μαζικά στη συγκρότηση των ιστορικών αρχείων τους. Οι ερμηνείες για το πρόβλημα ποικίλλουν. Αλλοτε η ταχύτητα της καθημερινότητας μετατρέπει την οργάνωση του αρχείου σε πρόβλημα ήσσονος σημασίας και ωθεί τη διοίκηση της επιχείρησης να το μεταθέσει στο μέλλον, ενώ άλλοτε το όφελος από μια τέτοια πρωτοβουλία μοιάζει μικρό. Και οι δύο διαπιστώσεις συνδέονται μάλλον με την παγιωμένη αντίληψη ότι η ανάδειξη των αρχείων εξυπηρετεί αποκλειστικά τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των επιστημονικών κοινοτήτων. Αν εξετάσουμε τα διεθνή παραδείγματα (Ευρώπη, Αμερική, Ωκεανία), θα διαπιστώσουμε πως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Δημόσιες και ιδιωτικές, οι επιχειρήσεις επενδύουν στην οργάνωση των αρχείων τους. Η συστηματική τήρηση εταιρικού αρχείου επιτρέπει στην εκάστοτε διοίκηση να ανασύρει εγκαίρως πληροφορίες για παλαιότερες πολιτικές και άρα να ελέγξει σε έναν βαθμό την αποτελεσματικότητα των νέων στρατηγικών που σχεδιάζει. Ακόμα, η καταγραφή των δραστηριοτήτων κάθε εταιρείας δημιουργεί μια συνέχεια στη λειτουργία της, αφού μπορεί να μιλήσει με ασφάλεια για τα λάθη, τις παραλείψεις και τις επιτυχίες της. Είναι, όμως, σαφές ότι η δημιουργία ενός εταιρικού αρχείου συμβάλλει καθοριστικά και κατά κύριο λόγο στην οικοδόμηση μιας ιστορικής επωνυμίας, η οποία παύει να είναι λεζάντα μιας προωθητικής ενέργειας. Η λειτουργία τμήματος εταιρικού αρχείου αποδεικνύεται εξαιρετικά επωφελής σε συναντήσεις διεθνούς επιπέδου, για την εδραίωση σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στους εργαζομένους και την εταιρεία και βέβαια για την οργάνωση δράσεων προβολής του έργου της επιχείρησης σε διαφορετικά κοινά και περιστάσεις. Τα ιστορικά αρχεία εταιρειών στις χώρες του δυτικού κόσμου είναι ένας θεσμός, που αφορά βιομηχανίες, εμπορικές, ασφαλιστικές εταιρείες, πολυεθνικούς ομίλους και βέβαια τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Την τελευταία δεκαετία ο κόσμος της παραγωγής και της διακίνησης των προϊόντων έχει δεχθεί δριμεία κριτική ως αδιάλλακτος, αυστηρός και, κυρίως, ότι τα ενδιαφέροντά του περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από οικονομικά μεγέθη.

Υποψιάζομαι ότι λιγότερο γνωρίζουμε και περισσότερο «πιστεύουμε» για τις λειτουργίες της οικονομίας. Η οργάνωση και προβολή των εταιρικών αρχείων θα επιτρέψει στο ελληνικό κοινό να γνωρίσει εκ των έσω τους μικρούς και μεγάλους survivors της οικονομίας. Η αναζήτηση και η επανασύνδεση με το εταιρικό παρελθόν δεν ικανοποιεί μόνο τις εσωτερικές λειτουργίες κάθε επιχείρησης, αλλά διασφαλίζει μέσα από έναν άλλο δρόμο τη βιωσιμότητά της. Η γνωριμία με τα τεκμήρια, με τις διαφορετικές ιστορίες εργοδοτών, εταιρικών στελεχών και εργαζομένων, με τις επενδύσεις στην τεχνολογική ανανέωση, με την προώθηση της ερευνητικής καινοτομίας και βέβαια με τις ποικίλες επενδυτικές στρατηγικές μπορούν να δημιουργήσουν νέους δεσμούς ανάμεσα στις επιχειρήσεις και στο νεαρό ελληνικό κοινό, με εκείνους τους μαθητές και τις μαθήτριες που θέλουν να κατανοήσουν και να αποτελέσουν μέρος του σχεδίου επανεκκίνησης της οικονομίας. Το brain gain συνδέεται με τη δημιουργία νέων σχέσεων ανάμεσα στους νέους επιστήμονες και στον κόσμο της παραγωγής.

Οι ιστορίες των ελληνικών επιχειρήσεων είναι δικές μας ιστορίες και αποτελούν αδιαμφισβήτητα μέρος της ελληνικής Ιστορίας μαζί με τις δύσκολες και τις καλές στιγμές τους. Το κάλεσμα για μια νέα πολιτική προς το παρελθόν της εγχώριας επιχειρηματικότητας και τη διαχείριση των αρχείων της είναι πλέον ανοιχτό.

* Ο κ. Γιάννης Στογιαννίδης διδάσκει Αρχειονομία στο Τμήμα Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας & Συστημάτων Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.