ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμπιστοσύνη και μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων

eurossss-thumb-large-thumb-large

Η κυβέρνηση προσπαθεί να πετύχει μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 3,5% που είχε συμφωνηθεί παλαιότερα έως και το 2022 σε χαμηλότερα επίπεδα προκειμένου να δημιουργηθεί «χώρος» για ελαφρύνσεις και επενδύσεις, οι οποίες θα οδηγήσουν σε αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας.

Το παραπάνω σκεπτικό έχει την εξής λογική: Από τη στιγμή που οι αγορές εμπιστεύονται την ελληνική οικονομία (κάτι το οποίο είναι εμφανές από τη μεγάλη αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού το τελευταίο δίμηνο), θα πρέπει να την εμπιστευθούν και οι εταίροι μας συμφωνώντας στη μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα.

Το πρόβλημα, όμως, με την εμπιστοσύνη των αγορών είναι ότι αυτή δεν είναι δεδομένη και οι διεθνείς επενδυτές μπορούν να άρουν την εμπιστοσύνη τους στα ελληνικά ομόλογα. Το θετικό κλίμα θα μπορούσε να κινδυνεύσει και να εκποιήσουν ελληνικά ομόλογα οπότε και το ελληνικό κόστος δανεισμού θα αυξηθεί. Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, μάλιστα, το κόστος δανεισμού των ελληνικών ομολόγων επηρεαζόταν όχι μόνο από τα αποκαλούμενα οικονομικά fundamentals (όπως οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αλλά και η πιθανή αστάθεια της διεθνούς οικονομίας) αλλά και από τη συζήτηση στο Twitter ως προς την προοπτική Grexit.

Αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να αντανακλά τον φόβο των επενδυτών και την αρνητική ψυχολογία της αγοράς. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε πρόσφατη έρευνά μας με τίτλο «Twitter versus Traditional News Media: Evidence for the Sovereign Bond Markets». Ασφαλώς και δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το ότι τα Grexit tweets επηρέασαν αυξητικά τα ελληνικά ομόλογα.

Πρώτον, τόσο δημοσιογράφοι, όσο και αναλυτές, συζητούσαν, σε real time, τις εξελίξεις στην ελληνική κρίση χρέους προτού αυτές αποτυπωθούν, και αναλυθούν, περαιτέρω στις έντυπες ή online εκδόσεις διακεκριμένων εφημερίδων όπως οι Financial Times και η Wall Street Journal. 

Δεύτερον, το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν αντιμετώπισε το πρόβλημα με υπευθυνότητα και η χρήση του Twitter εντατικοποίησε την ένταση της κρίσης (η ελληνική κρίση χρέους μετατράπηκε σε «θρίαμβο του Twitter», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Guardian).

Σήμερα, η αβεβαιότητα αυτή δεν υπάρχει και ως εκ τούτου έχει εκλείψει κάθε επιβάρυνση του ελληνικού κόστους δανεισμού λόγω της απουσίας συζήτησης περί Grexit. Εχοντας πια απεμπλακεί από τον «βραχνά» της απειλής του Grexit, το ελληνικό κόστος δανεισμού αντικατοπτρίζει τη θετική διάθεση των διεθνών επενδυτών σε σχέση με τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, ειδικά μάλιστα εάν η μεταρρυθμιστική agenda προχωρήσει απρόσκοπτα. Να σημειωθεί, επιπλέον, ότι η εξάλειψη της απειλής Grexit (η οποία δυστυχώς προσέδιδε ένα σημαντικό premium στο ελληνικό κόστος δανεισμού έναντι εκείνου της υπόλοιπης Ευρωζώνης) αφήνει επιτέλους χώρο στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αποκλιμακώσει έμμεσα, πλην όμως σημαντικά, τα ελληνικά επιτόκια ακόμα και εάν η επιστροφή των ελληνικών ομολόγων στην επενδυτική βαθμίδα δεν λάβει χώρα άμεσα.

Καθώς, μάλιστα, πρωτογενή πλεονάσματα υπεράνω του 0,7% δεν προβλέπονται, τουλάχιστον μέχρι το 2024, για το σύνολο των ανεπτυγμένων χωρών ή το σύνολο της Ευρωζώνης, αποτελεί σημαντικό εμπόδιο η επιμονή των εταίρων μας στον στόχο του 3,5% για την Ελλάδα. Το αίτημα μείωσης του συγκεκριμένου στόχου θα πρέπει να εντατικοποιηθεί έτσι ώστε να αυξηθούν οι επενδύσεις και να «αναπνεύσει» η ελληνική οικονομία.

* Ο κ. Θεολόγος Δεργιαδές είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
** Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής στο University of Liverpool.
*** Ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.