ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προτεραιότητες για την αναμόρφωση του εργατικού δικαίου

proteraiotites-gia-tin-anamorfosi-toy-ergatikoy-dikaioy-2335323

Τα προβλήματα της αγοράς εργασίας στη χώρα μας είναι παλαιά και οι εργασιακές σχέσεις εδώ και πολλές δεκαετίες δυσλειτουργούν. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, τα προβλήματα αυτά βγήκαν απλώς στην επιφάνεια, δεν δημιουργήθηκαν. Σημειωτέον ότι, μολονότι επί εκατό χρόνια σωρεύονται αδιάκοπα στρώματα ρυθμίσεων, στην ουσία το εργατικό δίκαιο παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της «ακινησίας» ενός υπέρβαρου. Η συνεχής «πάχυνση» της εργατικής νομοθεσίας δεν συνιστά βελτίωση ούτε πρόοδο, δεδομένου ότι καθοδηγείται απ’ την αντίληψη της εξυπηρέτησης επιμέρους δυναμικών ομάδων συμφερόντων, οι οποίες, εις βάρος της ολότητας, δεν επιθυμούν να αλλάξει το status quo, αλλά να προσθέτουν συνεχώς νέα προνόμια σε αυτά που ήδη έχουν (τα περιβόητα «κεκτημένα δικαιώματα). Με τον τρόπο αυτό, δημιουργήθηκε σταδιακά ένα «εργατικό δίκαιο Γαργαντούας», που επί δεκαετίες «καταβρόχθιζε κοπάδια παροχών και ρουφούσε βαρέλια επιδομάτων», συμμετέχοντας στην ώθηση της χώρας μας προς την οικονομική κατάρρευση.

Η αδιάκοπη πίεση των διαφόρων ομάδων συμφερόντων επί των εκάστοτε κυβερνήσεων ανέστελλε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία για προώθηση αναγκαίων γενικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Ας ελπίσουμε ότι αντιληφθήκαμε πλέον ότι οι ευνοιοκρατικές και αποσπασματικές ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας δεν ωφέλησαν ούτε καν τους εργαζομένους υπέρ των οποίων επί δεκαετίες θεσπίζονταν (υπενθυμίζω απλώς το 27,4% ανεργίας και τους 1.318.900 ανέργους στο τέλος του 2013). Η αντίληψη αυτή πρέπει να ανατραπεί και αυτό θα γίνει μόνο εάν δεν συνεχιστεί η παλαιά γνωστή τακτική της δημιουργίας εντυπώσεων με επιμέρους αποσπασματικές σωρεύσεις νέων άχρηστων ή επιζήμιων εργασιακών ρυθμίσεων. Οι ιθύνοντες πρέπει πλέον να αναγνωρίσουν ότι η ισχύουσα εργατική νομοθεσία, παρόλο τον τεράστιο όγκο της, δεν είναι μόνο εξαιρετικά ανεπαρκής για να καλυφθούν οι σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας, αλλά, επιπλέον, ότι λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής ανεργίας και επιχειρηματικής μιζέριας. Θέτω λοιπόν προς συζήτηση κάποιες βασικές προϋποθέσεις, που θα βοηθήσουν στην υπέρβαση αυτής της κατάστασης.

Πρώτον, πρέπει να καταλάβουμε ότι οι εργασιακές σχέσεις δεν αποτελούν απομονωμένη νησίδα μέσα σε έναν ήρεμο ωκεανό. Η διαμόρφωσή τους συντελείται όχι μόνον από ό,τι αποκαλούμε «εργατική νομοθεσία», αλλά και από ένα πλήθος άλλων παραγόντων, όπως η φορολογική πολιτική στις αμοιβές των εργαζομένων και στα κέρδη των επιχειρήσεων, η πολιτική της κοινωνικής ασφάλισης και το ύψος των εισφορών, οι κατευθύνσεις του συστήματος της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, η αποτελεσματικότητα των συστημάτων ασφάλισης της ανεργίας, η δυνατότητα της σχολικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, η κατάσταση των συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης και των θεσμών μαθητείας κ.ο.κ. Δεν είναι δυνατόν να νομοθετεί κάποιος για τις εργασιακές σχέσεις χωρίς να λαμβάνει σε πρώτο επίπεδο υπόψη και να υποβοηθά τους στόχους του αναζητώντας βοηθητικά εργαλεία που προσφέρονται από όλη την παραπάνω γκάμα παραγόντων. Για παράδειγμα, η αύξηση των αποδοχών συντελείται και με τη μείωση της φορολογίας εισοδήματος των μισθωτών ή με τη μείωση της ασφαλιστικής εισφοράς.

Δεύτερον, τα επιμέρους ρυθμιστικά «μπαλώματα» πρέπει να παύσουν να αποτελούν τρόπο «νομοθετείν». Ενδεικτικό παράδειγμα η πρόσφατη και χάριν εντυπωσιασμού νομοθετική σφήνα του «βάσιμου λόγου» στο δίκαιο της απόλυσης από την προηγούμενη κυβέρνηση. Το ζήτημα των απολύσεων είναι το μισό του ουρανού των εργασιακών σχέσεων και δεν επιτρέπεται να ρυθμίζεται με αυτόν τον πρόχειρο και ανεύθυνο τρόπο. Συνεπώς, η νέα κυβέρνηση οφείλει να μην παρασυρθεί σε μια τακτική επιφανειακού εντυπωσιασμού και να μελετήσει σε βάθος τα χρονίζοντα προβλήματα των εργασιακών σχέσεων, ατομικών και συλλογικών, και να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πλάνο αναδιαρθρώσεων βασισμένο σ’ ένα αυστηρό ημερολόγιο παρεμβάσεων, με στόχο την ισόρροπη εξυπηρέτηση των σημερινών αναγκών των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα έλεγα ότι βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση κάποιες διαρροές υπαρκτών ή κατασκευασμένων προθέσεων του υπουργείου Εργασίας για αποσπασματική παρέμβαση στο ζήτημα της μερικής απασχόλησης. Η εκ μέρους κάποιων εργοδοτών κακή χρήση της μερικής απασχόλησης απαιτεί αυστηρότερο έλεγχο και όχι σωρεύσεις νέων ρυθμίσεων, που θα επιβαρύνουν και πάλι τους νομίμως λειτουργούντες εργοδότες.

Ετσι, γλιστρώ προς την τρίτη επισήμανσή μου: Πριν αποφασίσει η πολιτική ηγεσία να επιβάλει νέες πρόσθετες ρυθμίσεις για κάποιο εργασιακό ζήτημα, καλό είναι πρώτα να διαπιστώνει ότι πράγματι εφαρμόζονται οι υπάρχουσες ρυθμίσεις και ότι παρ’ όλα αυτά δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο ζήτημα. Δυστυχώς, συνήθως, οι νομοθετούντες προσπαθούν να συγκαλύψουν την αδυναμία της διοίκησης να εφαρμόσει τις υπάρχουσες διατάξεις με πανηγυρικές εξαγγελίες νέων κανονιστικών μέτρων. Το έχουμε δει αυτό το φαινόμενο και με το παράδειγμα της «απαγόρευσης» του καπνίσματος, όπου, ενώ η Ελλάδα διαθέτει την αυστηρότερη αντικαπνιστική νομοθεσία της Ευρώπης, το κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί εθνικό σπορ. Συνεπώς, εάν η διοίκηση διαπιστώνει ότι κάποιοι εργοδότες απασχολούν εργαζομένους με «σχέσεις μερικής απασχόλησης-μαϊμού», η λύση είναι να εντοπιστούν και να ελεγχθούν αποτελεσματικά οι μαϊμουδιάρηδες εργοδότες. Δεν χρειάζεται νέα αυστηρότερη ρύθμιση, που θα επιτείνει την τάση για παραβίαση του σχετικού νόμου.

Τέταρτη και τελευταία συναφής παρατήρηση: Η δημιουργημένη κατά τη διάρκεια μιας εκατονταετίας ελληνική εργατική νομοθεσία δεν είναι μόνο γιγάντια. Είναι επιπλέον πολύπλοκη και χαώδης. Συντίθεται από πλήθος ατάκτως ερριμμένων κρατικών, πολλές φορές αντικρουόμενων νομοθετημάτων και διάσπαρτων επιμέρους διατάξεων ενσωματωμένων σε άσχετα νομοθετήματα, με πλήθος μεταγενέστερων ρητών ή σιωπηρών αλλεπάλληλών πλακών τροποποιήσεων. Το πρόβλημα επιτείνεται από την ιδιαιτερότητα της συμμετοχής στο εργατικό δίκαιο εκατοντάδων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες, και αυτές, τροποποιούνται αδιάκοπα με εντελώς πρόχειρο και αφρόντιστο τρόπο. Ολο αυτό το χαώδες εσωτερικό δίκαιο θα πρέπει ταυτόχρονα να «παντρεύεται» με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας έναντι της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και άλλων διεθνών οργανισμών. Προτείνουμε, λοιπόν, μια δραστική απλοποίηση του εργατικού δικαίου, όχι με τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας κωδικοποίησης του τεράστιου αυτού κανονιστικού όγκου, με την οποία το ένα χάος θα υποκατασταθεί από ένα άλλο, αλλά με τη διαμόρφωση κεντρικών νόμων ανά ενότητα θεμάτων (λύση σύμβασης εργασίας, άδειες εργαζομένων, χρόνος εργασίας κ.ο.κ.). Η διαδικασία αυτή θα αποκαθάρει την εργατική νομοθεσία από άχρηστες, πεπαλαιωμένες και αντικρουόμενες διατάξεις και θα δημιουργήσει τις συνθήκες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της.

* Ο κ. Ιωάννης Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.