ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μάχη των τραπεζών για άνοδο στην Α(lpha) Εθνική

Η ιστορία είδε το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1999, στημ «K» της Κυριακής ως ένα υπαρκτό σενάριο. Η ιδέα ξεκίνησε από τη Γεωργίου Σταύρου, από τη διοίκηση της Εθνικής και έκτοτε συζητήθηκε, ζυμώθηκε, ίσως κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε, για να ωριμάσει τελικά και να ανακοινωθεί την προηγούμενη Τετάρτη, αν και οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η ανακοίνωση -αν δεν διέρρεε- είχε προγραμματισθεί για την Παρασκευή. Η δημιουργία της «Alpha – Εθνικής» δρομολογήθηκε μετά από απόφαση του διοικητή της Εθνικής κ. Θεόδωρου Καρατζά και του προέδρου της Alpha Bank κ. Γιάννη Κωστόπουλου.

Οι συζητήσεις ξεκίνησαν πριν από 6-8 μήνες, την περασμένη άνοιξη και ενώ παράλληλα είχαν ξεκινήσει οι επαφές μεταξύ της Alpha και της γαλλικής ΒΝΡ Paribas. Οι «μυημένοι» αναφέρουν ότι η συγχώνευση ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των κ. K. Σημίτη – Θ. Καρατζά – Γ. Κωστόπουλου. Από ‘κει και μετά τα πράγματα πήραν τη φυσιολογική τους ροή.

Από πολλούς τίθεται το ερώτημα, αν πρόκειται για ιδιωτικοποίηση της Εθνικής ή για κρατικοποίηση της Alpha. Με τη συγχώνευση, εκτός από τη δημιουργία μιας πολύ μεγάλης για τα ελληνικά δεδομένα τράπεζας, ουσιαστικά επιτυγχάνεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση της Εθνικής. Ο ρόλος του Δημοσίου με την έννοια των παρεμβάσεων (που σχεδόν είχαν εκλείψει) «αποδυναμώνεται» παρά το γεγονός ότι το Δημόσιο μέσω των ελεγχόμενων Ασφαλιστικών Ταμείων θα είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της νέας τράπεζας με ποσοστό 17% – 18% περίπου. Ομως είναι γεγονός ότι η διοίκηση της τράπεζας δεν θα διορίζεται από τον εκάστοτε υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Το επταμελές διοικητικό σχήμα που ανακοινώθηκε με τη συμμετοχή τεσσάρων μελών από την Εθνική και τριών από την Alpha αποδεικνύει ότι η εποχή παρεμβάσεων αυτής της μορφής ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Το αντίθετο άλλωστε δεν μπορεί παρά να συναντούσε και τις αντιρρήσεις του κ. Κωστόπουλου.

Αυτό που πολλοί αναρωτιούνται είναι τι ήταν αυτό που ώθησε τελικά τον κ. Κωστόπουλο να συμφωνήσει με την Εθνική. Οι περισσότεροι θυμούνται δηλώσεις του, σχετικά με τα οφέλη μιας συμμαχίας με μεγάλο ξένο όμιλο, που θα επέτρεπε την εξωστρέφεια δημιουργώντας συνθήκες διείσδυσης σε ευρωπαϊκές αγορές και θα προσέδιδε πλείστα όσα πλεονεκτήματα σε μια ελληνική τράπεζα στην ευρωζώνη. Αυτό που δεν μπορούσε βέβαια να παραδεχθεί δημόσια ο κ. Κωστόπουλος είναι ότι μια στρατηγική συμμαχία θα λειτουγούσε ως ασπίδα έναντι του κινδύνου να γίνει η τράπεζα στόχος μιας επιθετικής εξαγοράς. Ειδικά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο που οι τιμές των μετοχών στο Χρηματιστήριο έτειναν σχεδόν να «απαξιωθούν» μια τέτοια κίνηση γινόταν περισσότερο από ποτέ πιθανή. Η οικογένεια Κωστόπουλου κατέχει ένα μικρό ποσοστό μετοχών της Alpha που δεν θα ήταν αρκετό να την προστατεύσει σε μια τέτοια περίπτωση. Ακόμα και με τα «πακέτα» της Alpha που κατέχουν οι φιλικές στον κ. Κωστόπουλο οικογένειες των κ. Κανελλόπουλου (τσιμέντα ΤΙΤΑΝ) και Μαρινόπουλου (της γνωστής αλυσίδας) δεν προσέφεραν επαρκή προστασία.

Ενα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο μεγάλος Ελληνας τραπεζίτης, ήταν αυτό της διαδοχής, όμως κυρίως ήταν η διαπίστωση ότι στην πυραμίδα της Alpha, μεταξύ του κ. Κωστόπουλου και των συνεργατών του υπήρχε ένα σοβαρό κενό στο πολύ νευραλγικό επίπεδο των στελεχών, που μπορούν να «τρέξουν» την τράπεζα.

Στην Εθνική, η παρουσία Καρατζά και η «δύναμη» που αντλούσε από τη σχέση εμπιστοσύνης, που διατηρεί με τον πρωθυπουργό, επέτρεψε την εξυγίανση της Εθνικής, τη λειτουργία της με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και την ενίσχυση της ανταγωνιστικής της θέσης στην αγορά.

Παρά την τροπολογία, που ψηφίσθηκε πρόσφατα από τη Βουλή, που παρέχει ελευθερία στον καθορισμό των διοικήσεων των τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η Εθνική λόγω της συμμετοχής του Δημοσίου εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες όπως για παράδειγμα το καθεστώς των προσλήψεων με τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ. Ακόμη κι αν κινητήριος δύναμη του κ. Καρατζά για την επίτευξη της συμφωνίας ήταν η υστεροφημία του, η δημιουργία της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας, παραμένει γεγονός, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζεται, ακόμη κι από ξένους, ως επαναστατικό για τα ελληνικά δεδομένα. Οσοι μπορούν να δουν από απόσταση τα πράγματα, αναφέρουν ότι τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Η εξίσωση της επιτυχούς συγχώνευσης, αναφέρουν, δεν είναι το «1+1=2» Είναι το «1+1= 1,2 ή 1,3». Αυτό προϋποθέτει μια τεράστια προσπάθεια μείωσης του κόστους, ανάδειξης των συνεργειών, εκμετάλλευσης των πλεονεκτημάτων και ανάπτυξης των εργασιών.

Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν σε αντίστοιχες συγχωνεύσεις μεγάλων τραπεζών, όπως π.χ. το 1998 της UBS με την Swiss Bank στην Ελβετία, όπου υπήρξε μετακίνηση πελατών προς την τρίτη σε μέγεθος τράπεζα της αγοράς.

Επιπλέον, οι όποιες διαβεβαιώσεις των κ. Καρατζά και Κωστόπουλου ή του υπουργού Οικονομίας κ. Ν. Χριστοδουλάκη για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, δεν μπορούν να σβήσουν την αγωνία του προσωπικού των δύο τραπεζών, στη συνείδηση του οποίου έχει ωριμάσει η πεποίθηση, ότι η μείωση του αριθμού των εργαζομένων αποτελεί αναγκαιότητα, πολλές φορές ακόμη και όταν δεν επιβάλλεται από συγχωνεύσεις. Μια τράπεζα με συνολικά 1.000 και πλέον υποκαταστήματα και περισσότερους από 22.000 εργαζόμενους, δηλαδή με ένα μέσο όρο 18-20 υπαλλήλους ανά κατάστημα, απέχει πολύ από το προωθούμενο μοντέλο καταστήματος – «σημείου πωλήσεων», μικρού μεγέθους, με το απολύτως απαραίτητο και εξειδικευμένο προσωπικό που δεν θα πρέπει να ξεπερνά τους 5-6 υπαλλήλους (με εξαίρεση τα μεγάλα κεντρικά και περιφερειακά καταστήματα).

Τα παραπάνω προβλήματα, είναι γνωστά και στον ανταγωνισμό που θα προσπαθήσει να επωφεληθεί αποσπώντας μερίδια. Ομως η απόσταση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου είναι σχεδόν αγεφύρωτη. Αυτή ακριβώς η απόσταση λόγω του μεριδίου άνω του 50% που καταλαμβάνει η νέα τράπεζα στη μικρή εγχώρια αγορά, οδηγεί σε αναφορές περί συνθηκών μονοπωλίου. Η μορφολογία της αγοράς έχει αλλάξει, οι ισορροπίες έχουν ανατραπεί και ο ανταγωνισμός εξακολουθεί να πιέζει αμείλικτα τους παίκτες να πάρουν θέση στο νέο, μέγα γύρο που μόλις άνοιξε.