ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Αμερικανοί θα δουν ξανά ξένους τουρίστες σε… τρία χρόνια

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ (US Department of Commerce, International Trade Administration, Travel and Tourism Industries, Data Summary of Travel and Tourism Industries status, 19 October 2001), τα ταξίδια στο εσωτερικό των ΗΠΑ προβλέπεται να είναι τουλάχιστον κατά 5% λιγότερα έως το τέλος του χρόνου σε σχέση με το 2000. Για τα διεθνή ταξίδια προς τις ΗΠΑ, η πρόγνωση είναι ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον τρία χρόνια για να φθάσουν στα επίπεδα των αφίξεων του 2000.

Οι απώλειες στις διεθνείς γραμμές εξακολουθούν να υπερβαίνουν εκείνες των εσωτερικών γραμμών στις ΗΠΑ.

Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία έως το τέλος του χρόνου θα είναι χαμηλότερη κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το έσοδο ανά δωμάτιο θα παραμείνει το ίδιο.

Τα έσοδα των ταξιδιωτικών πρακτορείων το 2001 θα είναι χαμηλότερα κατά 50% σε σχέση με το 2000, ενώ για το 2002 προβλέπεται ότι θα μειωθούν ακόμη κατά 50%.

Σύμφωνα με έρευνα της Travel Industry Association of America (ΤΙΑ, Marketing Outlook Forum, 1-4 October 2001), από το 39% των Αμερικανών που σχεδίαζαν πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου να κάνουν ταξίδι αναψυχής τους προσεχείς τρεις μήνες, το 69% δεν μετέβαλαν τα σχέδιά τους, ενώ το 12% ακύρωσαν ένα ή περισσότερα ταξίδια τους και 8% τα ανέβαλαν. Νεότερη έρευνα έδειξε ότι το 30% των ταξιδιωτών που μετέβαλαν ταξιδιωτικές συνήθειες δηλώνουν πως θα χρειαστούν έξι μήνες έως ένα χρόνο προκειμένου να επαναληφθούν τα ταξιδιωτικά πρότυπα που ίσχυαν πριν από τις επιθέσεις. Το ένα τέταρτο πιστεύει πως τα νέα μέτρα ασφαλείας είναι ανεπαρκή για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη τους στα ταξίδια όπως ήταν πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου.

Οι χειμερινές διακοπές

Μια ειδική έρευνα για την επιρροή των επιθέσεων στις ΗΠΑ στα σχέδια ταξιδιών για τους επόμενους τρεις μήνες σε κατοίκους τεσσάρων ευρωπαϊκών χωρών – Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ελβετία – (ΙΡΚ, Travel Intention Monitor, October 2001), έδειξε ότι τα γεγονότα θα επηρεάσουν, περισσότερο ή λιγότερο, τα σχέδια μόνο του 24 έως 44% των ερωτηθέντων. Αυτό βεβαίως έχει σημασία, σε πρώτη φάση, κυρίως για τους προορισμούς χειμερινών διακοπών.

Ο όμιλος «Thomas Cook» (πρώην «C & Ν») που είναι η δεύτερη επιχείρηση ταξιδιών στην Ευρώπη, δηλώνει ότι θα μειώσει το προσωπικό του κατά 10% (2.650 άτομα) και τις επενδύσεις κατά 50%, λόγω της δυσμενούς συγκυρίας. Θα κλείσει περί τα 100 πρακτορεία και θα μειώσει τις δαπάνες μάρκετινγκ και επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων.

Η πρώτη σε μέγεθος επιχείρηση «Preussag» (μητρική της TUI) εμφανίζεται πιο αισιόδοξη και αναμένει αύξηση του κύκλου εργασιών της το 2002 (εφημερίδα Le Monde, 28-29 Οκτωβρίου 2001).

Οι περισσότεροι επαγγελματίες στην Ευρώπη αρνούνται να σπάσουν τις τιμές και προτιμούν να αναμορφώσουν την προσφορά τους, μειώνοντας τα προγράμματα και τις διάρκειες παραμονής. Αν όμως η κατάσταση παραταθεί, θα αναγκαστούν να κάνουν δελεαστικές προσφορές. Η συγκράτηση των τιμών οφείλεται πάντως και στο γεγονός ότι ο κύριος όγκος των αποθεμάτων (αερομεταφοράς και ξενοδοχείων) έχει ήδη ρευστοποιηθεί στην αγορά.

Τα αεροπορικά εισιτήρια έχουν μειωθεί από τη Γαλλία προς τη ΗΠΑ και Καναδά κατά 28% έως 35% και προς Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική κατά 25 έως 35%. Στην Αίγυπτο η πληρότητα των ξενοδοχείων τον Σεπτέμβριο του 2001 έπεσε στο 59% από 72% που ήταν τον Σεπτέμβριο του 2000.

Στην περιφέρεια του Παρισιού, με 25 εκατομμύρια ξένους τουρίστες, υπολογίζεται ότι η μείωση του κύκλου εργασιών των επαγγελματιών του τουρισμού κυμαίνεται από 25 έως 40% κατά περίπτωση. Κατά το διάστημα 11 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου οι τουρίστες από τη Βόρεια Αμερική ήταν οι μισοί από όσοι το ίδιο διάστημα του 2000. Παρατηρείται ωστόσο ότι ο αριθμός των αναβολών υπερβαίνει εκείνον των ακυρώσεων, ιδιαίτερα στις επαγγελματικές συναντήσεις και τα συνέδρια.

Ενας άλλος σημαντικός παράγοντας που, ωστόσο, θα επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις της τουριστικής κίνησης προς τη χώρα μας είναι η ταχύτητα ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας από την ύφεση στην οποία έχει περιέλθει. Ηδη, για το επόμενο έτος αναμένεται επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ των προηγμένων χωρών. Εάν η ανάκαμψη βραδύνει και μειωθούν οι προσδοκίες και η εμπιστοσύνη στην οικονομία, θα συγκρατηθεί η ροπή προς κατανάλωση, με επιπτώσεις στον όγκο του διαθέσιμου εισοδήματος και την κατανομή των δαπανών των νοικοκυριών στις χώρες πηγές τουριστικών ροών. Αυτό θα επηρεάσει τη γενική ιδιωτική κατανάλωση και μπορεί να έχει επιπτώσεις είτε στην απόφαση πραγματοποίησης διακοπών είτε στον περιορισμό της διάρκειάς τους, πέρα βέβαια από την επιλογή του ίδιου του τόπου διακοπών.