ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Παραθυράκια» στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού

Τα τωρινά, λένε, καθορίζουν τα μελλούμενα. Η προταθείσα ρύθμιση της υπόθεσης Microsoft, που έφθασε χθες στην κρίσιμη καμπή της, ήδη προδιαγράφει το μέλλον. Οι 18 πολιτείες-ενάγουσες από κοινού με την κυβέρνηση των ΗΠΑ εξέφρασαν χθες την άποψή τους για τον συμβιβασμό. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, ο προταθείς συμβιβασμός θέτει ένα σημαντικό δεδικασμένο: Ποια είναι τα μαθήματα που αντλούν οι εταιρείες οι οποίες εμπλέκονται σε παρεμφερείς υποθέσεις, κατηγορούμενες για αθέμιτο ανταγωνισμό;

Ισως το πιο σημαντικό μάθημα είναι ότι το σχήμα και το επίκεντρο των αρχικών κατηγοριών είναι ζωτικό για τις τελικές πιθανότητες επιτυχίας. Η υπόθεση Microsoft, όπως διαμορφώθηκε αρχικά, ήταν εξίσου αδύναμη όσο και σε στενά όρια προσδιορισμένη. Αφορούσε περιορισμένο φάσμα ζητημάτων και δεν τα στήριζε με ισχυρά στοιχεία. Το υπουργείο Δικαιοσύνης διατεινόταν ότι μπορούσε να τα βελτιώσει με τεκμήρια που θα προέκυπταν κατά την ακροαματική διαδικασία. Χάρις στη θαυμάσια παρουσία του Ντέιβιντ Μπουά, εκπροσώπου της κυβέρνησης των ΗΠΑ, και της ανεπάρκειας της ίδιας της Microsoft, η υπόθεση όντως φάνηκε πολύ ισχυρότερη στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Και η απόφαση του δικαστή Τόμας Πένφιλντ Τζάκσον παρέσχε τις λεπτές διακρίσεις που έλειπαν από την αρχική υπόθεση.

Ομως, η απόφαση του δικαστή Τζάκσον ανετράπη από το εφετείο και ο ίδιος απομακρύνθηκε από την υπόθεση. Σ’ αυτό το σημείο, οι αρχικές κατηγορίες απέβησαν εις βάρος των κατηγόρων. Παρακινούμενοι από τον νέο δικαστή να καταλήξουν σε συμβιβασμό, αρκέσθηκαν να διαπραγματεύονται με τη Microsoft από μειονεκτική θέση. Το μάθημα είναι ότι μια φτωχή αρχική υπόθεση παρέχει τεράστιο πλεονέκτημα σε οποιαδήποτε εταιρεία εμπλέκεται σε δικαστική δίωξη για αθέμιτο ανταγωνισμό, όσο κι αν οι αρχές ανταγωνισμού και ο δικαστής επιχειρήσουν να τη διευρύνουν όσο προχωρεί η δίκη.

Δεύτερο σημαντικό μάθημα είναι πως η παλαιά θεωρία είναι πιο κραταιά από τη νέα. Οταν ξεκίνησε η υπόθεση Microsoft, πολλοί υποστήριξαν ότι θα έθετε σε δοκιμασία τις νέες οικονομικές θεωρίες περί συνδρόμων του δικτύου και ούτω καθεξής. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση κατέληξε να εγείρει τα ίδια ερωτήματα μ’ εκείνα της δεκαετίας του ’30. Δικαιολογείται μια εταιρεία να «δένει» το προϊόν Α με το προϊόν Β; Υποσκελίζει η εξυπηρέτηση του κοινού τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται οι ανταγωνιστές; Το μάθημα για τις εταιρείες που θα εμπλακούν σε μελλοντικές υποθέσεις ανταγωνισμού είναι απλό: τα οικονομικά έχουν σημασία, αλλά η εξονυχιστική μελέτη προηγούμενων δεδικασμένων είναι ακόμη πιο σημαντική.

Τρίτο μάθημα είναι ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες ένας αποφασισμένος εναγόμενος να επιβιώσει των πιο ένθερμων υποστηρικτών του θεμιτού ανταγωνισμού. Το πολιτικό εκκρεμές χτυπά και το προσωπικό αλλάζει. Ακόμα κι εκεί που υπάρχει κοινώς αποδεκτή άποψη περί νομικών ζητημάτων, οι νεοεισερχόμενοι είναι απίθανο να νιώσουν το ίδιο «πάθος» για την υπόθεση με τους προκατόχους τους. Η Microsoft διατήρησε την ψυχραιμία της. Παρότι δεν χειρίσθηκε σωστά την αρχική δίκη, κατόρθωσε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στις λεπτομερείς διαπραγματεύσεις με τη νέα ομάδα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η αποφασιστικότητα που απαιτεί αυτή η προσέγγιση είναι τεράστια, βεβαίως. Οι εταιρείες που την υιοθετούν οφείλουν να διαπραγματεύονται αδιάκοπα κάθε ρήτρα. Υιοθετώντας αυτή την προσέγγιση, η Microsoft κέρδισε έναν προταθέντα συμβιβασμό που όχι μόνον είναι αδύναμος στο σύνολό του, αλλά αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο αν ληφθούν υπ’ όψιν οι λεπτομερείς εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, ο συμβιβασμός υποχρεώνει τη Microsoft να παρέχει στις άλλες εταιρείες πρόσβαση στις λεπτομέρειες των νέων εκδόσεων του λογισμικού της, ούτως ώστε να είναι σίγουρες ότι τα δικά τους προγράμματα είναι συμβατά μ’ αυτό. Ωστόσο, υπάρχουν δύο περιορισμοί. Πρώτον, η Microsoft είναι υποχρεωμένη να παρέχει πρόσβαση μόνον εφόσον η νέα έκδοση φθάσει στο τελευταίο στάδιο δοκιμών, ήτοι στο κοινό. Τότε, βέβαια, είναι πολύ αργά για να μπορέσει η ανταγωνίστρια εταιρεία να αναβαθμίσει αναλόγως τα προϊόντα της.

Τελευταίο μάθημα είναι ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στις αντιλήψεις ΗΠΑ και Ε.Ε. περί αθέμιτου ανταγωνισμού. Οχι γιατί οι δυο πλευρές υιοθετούν διαφορετικές αρχές. Η μεγάλη διαφορά έγκειται στον έλεγχο της διαδικασίας. Στις ΗΠΑ, αυτός βρίσκεται στα χέρια των δικαστηρίων. Στην Ε.Ε., σ’ εκείνα των αρχών ανταγωνισμού. Μπορεί κανείς να εφεσιβάλει μια απόφαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αλλά η εκδίκαση της έφεσης αργεί τόσο ώστε να μην εξυπηρετεί πλέον πρακτικούς σκοπούς. Και παρότι οι επίτροποι Ανταγωνισμού αλλάζουν στις Βρυξέλλες, όπως και οι αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης στις ΗΠΑ, είθισται διάδοχοί τους να είναι άτομα με περίπου τις ίδιες αντιλήψεις. Οσο συνεχίσει να υφίσταται αυτή η διαφορά, οι αμερικανικές εταιρείες θα διαπιστώνουν ότι οι μέθοδοι που τους εξασφαλίζουν την επιτυχία στις ΗΠΑ δεν έχουν ισχύ στην Ευρώπη.