ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναβάθμιση της Ελλάδας από οίκους αξιολόγησης αναμένει η Citigroup

anavathmisi-tis-elladas-apo-oikoys-axiologisis-anamenei-i-citigroup

Οι προοπτικές υψηλότερης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα πυροδοτήσουν περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης, όπως εκτιμά η Citigroup, ευθυγραμμιζόμενη πλήρως με τις προσδοκίες της αγοράς, η οποία αναμένει σήμερα αργά το βράδυ μία θετική κίνηση από την S&P.

Αξίζει να σημειώσουμε πως η S&P δεν έχει προχωρήσει σε αλλαγή της αξιολόγησής της από το καλοκαίρι του 2018, η οποία διαμορφώνεται στο «Β+», ενώ οι θετικές προοπτικές που δίνει στην Ελλάδα έχουν δημιουργήσει ελπίδες ότι θα είναι ο πρώτος οίκος μετά τις εκλογές του Ιουλίου που θα προχωρήσει σε αναβάθμιση της χώρας (κατά μία τουλάχιστον βαθμίδα), γεγονός που προκάλεσε ισχυρό ράλι στα ελληνικά ομόλογα με την απόδοση του 10ετούς να υποχωρεί χθες σε νέο ιστορικό χαμηλό, στο 1,23%.

Η Citigroup εκτιμά πως η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να κινηθεί κοντά στο 2% φέτος αλλά και το 2020. Η βελτίωση της οικονομικής εμπιστοσύνης και οι καλύτερες από τις αναμενόμενες δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας έχουν συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών στην ελληνική οικονομία, τονίζει. Το πραγματικό ΑΕΠ, όπως επισημαίνει, επιταχύνθηκε στο 1,9% το 2018 και η αμερικανική τράπεζα αναμένει ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί κοντά στο 2% το 2019 και το 2020, από ανάπτυξη της τάξης του 1,5% που προέβλεπε πριν.

Η πρόσφατη εκτόξευση του καταναλωτικού κλίματος σε συνδυασμό με την πλήρη κατάργηση των capital controls και μια ελαφρώς πιο διευκολυντική δημοσιονομική πολιτική θα ενισχύσουν την εγχώρια ζήτηση. Παράλληλα, όπως τονίζει η αμερικανική τράπεζα, το σχέδιο «Ηρακλής» αναμένεται να στηρίξει τη μείωση των NPLs των ελληνικών τραπεζών και έτσι θα ενισχύσει έντονα την εγχώρια ρευστότητα. Ωστόσο, όπως προειδοποιεί, η δυνητική ανάπτυξη παραμένει αδύναμη και ο δρόμος προς τη βιώσιμη και ταχύτερη ανάπτυξη και ένα σταθερά μειούμενο δημόσιο χρέος/ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι δύσκολος, με την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών να αποτελεί το «κλειδί».