ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρυθμιστής της τραπεζικής αναδιάρθρωσης το Δημόσιο

Οι περισσότεροι τραπεζίτες τοποθετούσαν την έναρξη του νέου γύρου αναδιάρθωσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στα τέλη του 2001 ή το αργότερο μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2002.

Η απόφαση συγχώνευσης της Εθνικής Τράπεζας με την Alpha Bank έδωσε ήδη το έναυσμα στην αγορά, η οποία ξεκίνησε τη σεναριολογία, βάζοντας στο τραπέζι όλους τους πιθανούς συνδυασμούς.

Βασικοί παίκτες, από τις κινήσεις των οποίων θα διαμορφωθεί ο νέος χάρτης, είναι πλέον η Eurobank, η Εμπορική και η Τράπεζα Πειραιώς, όμως ρυθμιστικός παράγων εξακολουθεί να παραμένει το Δημόσιο, υπό τον έλεγχο του οποίου παραμένουν η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της αγοράς.

Η Αγροτική

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η Αγροτική Τράπεζα πρέπει άμεσα να ολοκληρώσει το πρόγραμμα εξυγίανσης το οποίο απαιτεί την εκ νέου χρηματοδότηση της τράπεζας με αρκετά ακόμη δισεκατομμύρια.

Αυτό είναι γνωστό και στην αγορά και όλοι συνυπολογίζουν το πρόσθετο κόστος που συνεπάγεται η κάλυψη των επισφαλειών της τράπεζας. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους τρόπους που εξετάζει το Δημόσιο για την επίλυση του προβλήματος είναι ο συμψηφισμός των επισφαλειών με την καθαρή θέση της ΑΤΕ, ώστε ο αυριανός στρατηγικός εταίρος να αγοράσει το δίκτυο, τις καταθέσεις και τα καθαρά δάνεια, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσει άμεσα σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για να αποκαταστήσει τους δείκτες και κυρίως τον δείκτη φερεγγυότητας της τράπεζας. Συνεπώς, ο όποιος αγοραστής, πέραν του τιμήματος που πρέπει να καταβάλει, είναι απαραίτητο να διαθέτει και αρκετά κεφάλαια ώστε να καλύψει την αύξηση κεφαλαίου που απαιτείται.

Μια εξέλιξη που θα εξυπηρετούσε το Δημόσιο είναι η απορρόφηση της Αγροτικής από την Εμπορική Τράπεζα, ώστε να δημιουργηθεί ένας ακόμη ισχυρός πόλος στο εγχώριο σύστημα. Ενας οργανισμός που να λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, να διατηρεί στρατηγική συμμαχία με μια μεγάλη ξένη τράπεζα όπως η Credit Agricole, αλλά και με υψηλή σχετικά συμμετοχή του Δημοσίου.

Η Εμπορική

Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο αυτό δεν φαίνεται να ενθουσιάζει τον πρόεδρο της Εμπορικής κ. Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος πιστεύει ότι η ενσωμάτωση της ΑΤΕ θα δημιουργούσε προβλήματα στην Εμπορική, η οποία υλοποιεί τώρα το πρόγραμμα αναδιάρθρωσής της.

Στην παρούσα φάση, ο κ. Στουρνάρας ο οποίος μέχρι προχθές βρισκόταν στο Παρίσι για συνομιλίες με τους Γάλλους εταίρους του, θα επιδιώξει την ενίσχυση της θέσης των Γάλλων στην τράπεζα που κατέχουν σήμερα το 7% και διατηρούν το δικαίωμα της πρώτης προτίμησης σε περίπτωση που το Δημόσιο διαθέσει και νέο πακέτο της Εμπορικής. Ομως, η προτεραιότητα των Γάλλων σήμερα είναι η εισαγωγή της Credit Agricole στο Χρηματιστήριο του Παρισιού και λιγότερο η αύξηση της συμμετοχής τους στην Εμπορική. Επιπλέον, είναι λογικό μετά την απόφαση συγχώνευσης Εθνικής – Alpha, οι Γάλλοι να θελήσουν να επανεκτιμήσουν την κατάσταση.

Μπορεί ο κ. Στουρνάρας να μην ενθουσιάζεται με την ιδέα της ΑΤΕ, δεν φαίνεται όμως να συμβαίνει το ίδιο με τον κ. Μιχάλη Σάλλα της Τράπεζας Πειραιώς, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, φλερτάρει με την ιδέα. Ειδικά μετά την απόκτηση της ΕΤΒΑ και την κεφαλαιακή ενίσχυση της τράπεζας, διαθέτει τα κεφάλαια που απαιτούνται για ένα τέτοιο εγχείρημα, ωστόσο θα πρέπει ο κ. Σάλλας να συνεκτιμήσει το τεράστιο κόστος και την αναστάτωση που θα δημιουργούσε μια τόσο μεγάλη συγχώνευση με μια τράπεζα που χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργίες.

Από την άλλη πλευρά πολλά εξαρτώνται από τις επόμενες κινήσεις του Ομίλου Λάτση. Η προχθεσινή διάψευση της Eurobank ότι δεν προτίθεται να υποβάλει δημόσια πρόταση προς τους μετόχους της Εμπορικής, ικανοποιεί τυπικά τις αρμόδιες αρχές, όμως η αγορά δεν έχει φαίνεται εγκαταλείψει τελείως αυτό το σενάριο. Σχεδόν όλοι είναι πεπεισμένοι ότι η απάντηση του Ομίλου Λάτση θα είναι δυνατή. Στον όμιλο της Eurobank, αυτό που εμφανίζεται ως αποδεκτό σχέδιο είναι η εξαγορά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, ένα σχέδιο για το οποίο λέγεται ότι δεν διαφωνεί το Δημόσιο.

Το Ταμιευτήριο

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με ενεργητικό 3,3 τρισ. δρχ., 2,8 τρισ. δρχ. καταθέσεις, 134 καταστήματα και 704 συνδεδεμένα ταχυδρομικά γραφεία ως κέντρα πώλησης, αποτελεί «φιλέτο» και η πώλησή του είναι ένα κερδοφόρο εγχείρημα για το Δημόσιο.

Σημειώνεται ότι το σύνολο των καταθέσεων του Τ.Τ. αντιστοιχούν στο 84% του ενεργητικού, ενώ η ποσοστιαία αναλογία καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στο σύνολο των καταθέσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας φθάνει στο 8,29%.

Για να προχωρήσει πάντως σε πώληση του Τ.Τ., η κυβέρνηση θα μεταφέρει στη ΔΕΚΑ όλες τις συμμετοχές του Ταμιευτηρίου σε οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μεταξύ των οποίων και τα ποσοστά που διατηρεί το Τ.Τ. στον Ομιλο της Εθνικής, την Εμπορική, τον ΟΤΕ, την ΕΛΕΧΑ κ.λπ.

Το ελληνικό Δημόσιο έχει τους λόγους του να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου του, αφενός για να ενισχύσει τα έσοδά του, αφετέρου για να προωθήσει τις διαρθρωτικές αλλαγές, μειώνοντας τον ρόλο του κράτους στην προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας. Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε εντάσσονται και όλες οι άλλες κινήσεις πώλησης πακέτων, του ΟΤΕ, των Ελληνικών Χρηματιστηρίων, των ΕΛΠΕ και της ΔΕΠΑ, της πολύπαθης Ολυμπιακής και φυσικά των πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχει, αλλά δεν μπορεί να διαχειρισθεί αποτελεσματικά.

Μπροστά στο νέο κύμα πωλήσεων, εξαγορών και συγχωνεύσεων, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει πριν προχωρήσουν στα επόμενα βήματα να προβληματισθούν σοβαρά.

Το κυνήγι του μεριδίου αγοράς μπορεί να αποβεί έως και μοιραίο, αν δεν συνυπολογισθούν όλες οι πιθανές συνέπειες.

Αντιγράφουμε τον προβληματισμό ενός από τα πλέον έμπειρα στελέχη του χρηματοπιστωτικού χώρου: «Από το σημείο που μια εμπορική τράπεζα (α) καλύπτει τη χώρα με καταστήματα (β) μπορεί να εξυπηρετεί τους μεγαλύτερους πελάτες (γ) δανείζεται με τους καλύτερους όρους της αγοράς, τότε περαιτέρω αυξήσεις στο μέγεθός της δικαιολογούνται μόνον όταν οδηγούν σε μείωση του κόστους λειτουργίας. Η διοίκηση ενός υποψήφιου αγοραστή τράπεζας θα πρέπει να κρίνει κατά πόσο ο έλεγχος της προς εξαγορά τράπεζας και η σταδιακή της απορρόφηση θα οδηγήσει σε οικονομίες κλίμακος, πόσο σύντομα θα γίνει αυτό και με ποια αύξηση του άμεσου κόστους.

Επιπλέον η ελληνική αγορά σε ενάμιση περίπου μήνα ενοποιείται και τυπικά με την ευρωπαϊκή, λόγω της κυκλοφορίας του ευρώ. Ο ανταγωνισμός θα οξυνθεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών είναι με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό».

Ισως τα παραπάνω οδηγήσουν κάποιους σε ανάλογους προβληματισμούς σχετικά με τη συγχώνευση Εθνικής – Alpha Bank, την οποία ο πρώην υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Γιάννος Παπαντωνίου χαρακτήρισε «συντηρητική – αμυντική κίνηση» που εμποδίζει την είσοδο ξένων και περιορίζει τον ορίζοντα της ελληνικής οικονομίας.

Η απάντηση του κ. Κωστόπουλου σ’ αυτό είναι ότι «κανένας άλλος συνδυασμός δεν θα έφερνε μια ελληνική τράπεζα στη μέση της Ευρώπης».