ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στα πρόθυρα κατάρρευσης η ιαπωνική οικονομία

«Αναταράξεις στους δύο αυτούς παράγοντες -το χρέος και την αγοραστική αξία της νομισματικής μονάδας- προκαλούν σοβαρές αναταράξεις σε όλες, ή σχεδόν όλες, τις άλλες οικονομικές μεταβλητές».

Ιρβινγκ Φίσερ, 1933

Το 1933, όταν ο Αμερικανός οικονομολόγος Ιρβινγκ Φίσερ δημοσίευσε το κλασικό πλέον άρθρο του για τις μεγάλες οικονομικές κρίσεις, είχε στο νου του την ύφεση που έπληττε τη χώρα του. Σήμερα, όμως, τα λόγια του εφαρμόζονται στην ιαπωνική οικονομία. Οσα συμβαίνουν στην Ιαπωνία μετά το τέλος της περιόδου ραγδαίας ανάπτυξης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στην αμερικανική Federal Reserve που αντιμετωπίζει το τέλος της περιόδου ραγδαίας ανάπτυξης στις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και η Fed έσπευσε να μειώσει τόσο γρήγορα και τόσο πολύ τα αμερικανικά επιτόκια. Το πιο σημαντικό στην Ιαπωνία είναι ότι υποχωρούν οι τιμές, αν και όχι τόσο όσο στις ΗΠΑ στη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης, οπότε είχαν μειωθεί κατά 25%. Ωστόσο, ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ έχει υποχωρήσει κατά 6% από το 1993, οπότε είχε φθάσει στα ανώτερα επίπεδά του, ενώ επιταχύνεται ο ρυθμός υποχώρησής του. Ο συνδυασμός της υποχώρησης των τιμών με την αναιμική ανάπτυξη οδηγεί σε μείωση του ονομαστικού ΑΕΠ: από τα υψηλά επίπεδα του 1997 μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2001 μειώθηκε κατά 3% και στη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου μειώθηκε κατά περισσότερο από 10% σε ετήσια βάση. Η υποχώρηση των τιμών οδηγεί σε άνοδο των πραγματικών επιτοκίων, που βρίσκονται στο 2% μολονότι τα ονομαστικά επιτόκια βρίσκονται στο μηδέν. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, τα πραγματικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια είναι περίπου στο -1%. Και όλα αυτά οξύνουν το πρόβλημα του χρέους που αντιμετωπίζει τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας.

Ανάμεσα στο 1991 και το 2001, από το 61% του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος έφθασε στο 131%, στο υψηλότερο επίπεδο απ’ όλες τις χώρες – μέλη του ΟΟΣΑ. Ας υποθέσουμε ότι η οικονομία πρόκειται να αναπτυχθεί κατά 1,5% ετησίως και οι τιμές υποχωρούν κατά 2% ετησίως. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει μόλις 4% του ΑΕΠ και τα επιτόκια που καταβάλλει η κυβέρνηση υποχωρούν από το σημερινό 3% στο 2% το 2003 προτού επιστρέψουν στο 3% το 2005 και στο 4% το 2010. Το χρέος θα φθάσει στο 150% του ΑΕΠ το 2007 και στο 250% το 2015. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστρεπτικό. Από τη στιγμή που θα χαθεί η εμπιστοσύνη, τα επιτόκια θα διογκωθούν και οι Αρχές θα αναγκαστούν είτε να χρηματοδοτήσουν το χρέος με την έκδοση νέου χρήματος, πράγμα που θα οδηγήσει σε πολύ υψηλό πληθωρισμό, είτε να μην εξυπηρετήσουν πλέον το χρέος. Οι εξελίξεις ενδέχεται να επισπευσθούν από τα προβλήματα του ιδιωτικού τομέα. Οι ιαπωνικές επιχειρήσεις έχουν πολύ χαμηλότερα κέρδη από τις αμερικανικές, μολονότι τα στοιχεία που παρουσιάζουν είναι διογκωμένα. Αυτό σημαίνει ότι μια σημαντική μερίδα των επιχειρήσεων στην πράξη παρουσιάζει ζημιά ακόμη κι όταν ανακοινώνει κέρδη.

Για να βρει τη σωστή λύση, η Ιαπωνία πρέπει να αποκλείσει πρώτα τις εσφαλμένες αντιλήψεις, όπως είναι οι δύο που εξετάζονται: οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ο εξαναγκασμός των τραπεζών να καταργήσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Είναι εσφαλμένες είτε επειδή επικεντρώνονται στην προσφορά ξεχνώντας την ανεπάρκεια ζήτησης είτε επειδή επικεντρώνονται σε ένα σύμπτωμα του αποπληθωρισμού, στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, και όχι στη βαθύτερη αιτία του. Μόνον όταν αυξηθεί η ζήτηση και αναχαιτισθεί ο αποπληθωρισμός, θα μπορέσουν οι πολιτικές να αυξήσουν τον μακροπρόθεσμο δείκτη ανάπτυξης και να βελτιώσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η βαθύτερη αιτία της μειωμένης ζήτησης είνα το πλεόνασμα αποταμιεύσεων του ιδιωτικού τομέα που στοχεύει σε μελλοντικές επικερδείς επενδύσεις. Μια επιτυχημένη νομισματική επέκταση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση με δύο τρόπους: αφ’ ενός προκαλώντας θετικό πληθωρισμό θα μείωνε το πραγματικό επίπεδο των επιτοκίων και του χρέους βελτιώνοντας τους ισολογισμούς και ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις. Αφ’ ετέρου τα χαμηλότερα επιτόκια θα οδηγούσαν σε αύξηση του πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών. Κι έτσι, δεν θα ήταν πλέον αναγκαίο ένα ιδιαίτερα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα για την απορρόφηση του πλεονάσματος αποταμιεύσεων του ιδιωτικού τομέα. Πρέπει, λοιπόν, να αλλάξει η νομισματική πολιτική.

Οπως, άλλωστε, έχει προτείνει ο Λαρς Σβένσον του Πανεπιστημίου του Princeton, θα ήταν σκόπιμο να τεθεί στόχος για τα επίπεδα των τιμών μέσω δέσμευσης σε μια μειωμένη συναλλαγματική ισοτιμία. Η Ιαπωνία θα μπορούσε να επιτύχει το στόχο μόνης της υπό τον όρο ότι είναι διατεθειμένη να παράγει χρήμα για την αγορά συναλλάγματος. Από τη στιγμή που θα επιτευχθεί ο στόχος επιπέδου των τιμών, μπορεί να θέσει στόχο για τον πληθωρισμό.

Ακόμη και σε ομαλούς καιρούς, οι φοροαπαλλαγές αντιστοιχούν στο 1% του ΑΕΠ και, σύμφωνα με υπολογισμούς, κατά το πρώτο έτος της ισχύος τους συνέβαλαν στην ενίσχυση της ζητήσεως μόνον κατά 0,4%.