ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H δημιουργική λογιστική άφησε τα ίχνη της

Οι προϋπολογισμοί που κατατίθενται τα τελευταία χρόνια στη Βουλή είναι λίγο – πολύ γνωστοί εκ των προτέρων και συνοδεύονται από τις ίδιες βαρύγδουπες κουραστικές κυβερνητικές ανακοινώσεις, περί αναπτυξιακού χαρακτήρα, κοινωνικής αντίληψης κ.λπ.

Στερεότυπη είναι επίσης και η στάση της αντιπολίτευσης, που τα τελευταία χρόνια υιοθετεί με μεγαλύτερη ένταση το χαρακτήρα του «πλαστού» προϋπολογισμού, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Στέλεχος της κυβέρνησης ανέφερε ότι ο προϋπολογισμός αποτελεί πλέον λογιστική καταγραφή, που περιέχει νούμερα τα οποία από μόνα τους αδυνατούν να εμπνεύσουν, αλλά και να μεταδώσουν κάποια αίσθηση του νέου περιβάλλοντος στο οποίο έχει εισέλθει η χώρα. Οι περισσότεροι Ελληνες, συνεχίζει, έχουν την εντύπωση ότι η εποχή της ONE είναι το ευρώ που θα αρχίσει σύντομα να τους «βασανίζει» και οι κοινοτικοί πόροι, που στο διηνεκές θα στηρίζουν την ανάπτυξη.

Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Νίκος Χριστοδουλάκης παρουσίασε το νέο προϋπολογισμό ως το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα το 2002. Προβλέπει το ΑΕΠ να αυξηθεί με ρυθμό 3,8%, το χρέος να μειωθεί κατά δύο μονάδες σε σχέση με το 2001 και ο μέσος πληθωρισμός να διαμορφωθεί στο 2,7%. O προϋπολογισμός κουβαλά στις πλάτες του και μια σειρά από «κοινωνικά βάρη», που ο κ. Χριστοδουλάκης θα προτιμούσε να μην είχε αναλάβει. Πρόκειται για υποσχέσεις του παρελθόντος, που επικύρωσε όμως ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην τελευταία ομιλία του στη ΔΕΘ.

Το περίεργο στην όλη υπόθεση είναι ότι τα κοινωνικά μέτρα ροκανίζουν το γλίσχρο πλεόνασμα που επιτυγχάνει τόσο το 2001 όσο και το 2002, με τη βοήθεια της «δημιουργικής λογιστικής», η κυβέρνηση. Το ΔΝΤ στην τελευταία του έκθεση επισημαίνει ότι ήταν λάθος ο περιορισμός του πλεονάσματος (με τις φορολογικές ελαφρύνσεις των 260 δισ. δραχμών), καθώς έτσι καθυστερεί η αποκλιμάκωση του χρέους. Στη σχετική παρατήρηση, το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών αντιτείνει το επιχείρημα της τόνωσης της ζήτησης σε μια περίοδο διεθνούς οικονομικής ύφεσης. Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι τα κύρια στοιχεία του προϋπολογισμού του 2002 είναι η μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 0,8%, αλλά και η σύνδεση της αύξησης της απασχόλησης με μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων.

Ειδικά με το δεύτερο μέτρο, που αποτελεί την απόλυτη σφραγίδα του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, διαφωνούν πολλά κυβερνητικά στελέχη. Το επιχείρημα που αντιτείνουν είναι η αδυναμία να υπάρξει ένα σαφής τρόπος εξαγωγής συμπερασμάτων, που θα πιστοποιούν την ωφέλεια για τον εργαζόμενο, την επιχείρηση και την οικονομία. Συνεργάτες του κ. Χριστοδουλάκη αντιπαρέρχονται την κριτική, υπογραμμίζοντας ότι έπρεπε σε πρώτη φάση να περιγραφεί ένας κατά το δυνατόν αξιόπιστος τρόπος διεξόδου από την ύφεση.

Στόχος είναι, επισημαίνουν, να λειτουργήσουν οι αγορές και ταυτόχρονα να αναπτυχθούν δυναμικές επιχειρήσεις. Ετσι θα δημιουργηθεί μόνιμη ανάπτυξη, η οποία δεν θα διέπεται από το άγος της διακοπής των κοινοτικών πόρων.

Με αγωνία αντιμετωπίζει την προσαρμογή στην εποχή του ευρώ και ο υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γ. Φλωρίδης. Ως σημαντική προτεραιότητα περιγράφει τη δημιουργία ενός συστήματος αξιολόγησης των δαπανών, που θα βρίσκεται (on-line με το Γενικό Λογιστήριο) σε όλους του κρατικούς φορείς και θα στοχεύει στην εξοικονόμηση των πόρων. H νέα προσπάθεια θα συνδυάσει τις αγγλικές προτάσεις για περικοπή δαπανών (γνωστές από την εποχή του Γιάννου Παπαντωνίου με τον όρο στοχοθέτηση) με την ελληνική πραγματικότητα, επί της οποίας θα πρέπει να προσαρμοσθούν.

Πριν από την κατάθεση του νέου προϋπολογισμού, στελέχη του οικονομικού επιτελείου άφηναν να διαρρέουν οι προθέσεις τους για περιορισμό της δημιουργικής λογιστικής και απεικόνισης των δημοσιονομικών μεγεθών με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.

Η πραγματικότητα προβληματίζει

Αν και κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το νέο προϋπολογισμό, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιον ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης έχει δώσει οδηγίες να περασθούν στα βιβλία όλα όσα κρύβονταν τα προηγούμενα χρόνια. H νέα πραγματικότητα προβληματίζει τους αρμοδίους, καθώς το να εμφανίσεις όσα απέκρυπτες ακούγεται σε γενικές γραμμές καλό. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί και πρόσθετα προβλήματα, που «απειλούν» να εκτινάξουν στα ύψη χρέη και ελλείμματα.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεση που παρέδωσε στο υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στις αρχές της εβδομάδας επεσήμανε ότι έχει διαπιστώσει μεγάλη και εκτεταμένη χρήση της «δημιουργικής λογιστικής», που αλλοιώνει την εικόνα των δημοσιονομικών μεγεθών, καθώς δεν καταγράφει σημαντικά ποσά κρατικών δαπανών. Το ΔΝΤ αναφέρεται στα διάφορα σύνθετα χρηματοοικονομικά εργαλεία, που χρησιμοποιεί η ΔΕΚΑ, για να μειώνει παροδικά το δημόσιο χρέος και υπογραμμίζει ταυτόχρονα το μεγάλο κόστος τους. Ολα αυτά, σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό, παρεμποδίζουν τις προσπάθειες μείωσης του χρέους.

Από το 1998 και μετά, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα επονομαζόμενα σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία, που της δίνουν τη δυνατότητα να δανείζεται τεράστια ποσά τα οποία δεν εμφανίζονται στο χρέος. Ως τέτοια χαρακτηρίζονται τα προμέτοχα τα προέσοδα κ.λπ. που χρησιμοποιούνται σε μεγάλη έκταση και κοστίζουν πανάκριβα στο Δημόσιο, προς όφελος των τραπεζών που πραγματοποιούν τα δάνεια. Τα πρώτα προμέτοχα ξεκίνησαν να εκδίδονται το 1998 με υφυπουργό Οικονομικών τον σημερινό υπουργό κ. Νίκο Χριστοδουλάκη.

Η μείωση του χρέους

Απ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Πίνακα που παρατίθεται, το Δημόσιο έβαλε στα ταμεία του πάνω από 2 τρισ. δραχμές, το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων διατέθηκε για μείωση του χρέους. H μείωση όμως είναι προσωρινή και το μεγαλύτερο τμήμα των συγκεκριμένων δανείων το Δημόσιο θα κληθεί να το αποπληρώσει σε διάφορες χρονικές στιγμές μέσα στα επόμενα χρόνια.

Πρόσφατα η διαδικασία αυτή είχε χαρακτηρισθεί προεξόφληση του μέλλοντος, εξοργίζοντας την κυβέρνηση, που επέμενε και επιμένει ότι είναι εργαλεία που τα χρησιμοποιούν όλες οι προηγμένες χώρες! Ελπίζει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον, τα πράγματα θα έχουν βελτιωθεί, ενώ ποντάρει πολλά στη μείωση των επιτοκίων, που θα βοηθήσει στην αναχρηματοδότηση παλαιότερου ακριβότερου χρέους με νέα φθηνότερα δάνεια. Εκτός των μελλοντικών υποχρεώσεων που δημιουργούν για τον κρατικό κορβανά τα νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία, υπάρχουν κι άλλες οφειλές που ο προϋπολογισμός επιμένει να αποκρύπτει.

Για παράδειγμα, μόνον από τις επιστροφές φόρων (που ενώ πληρώνονταν κανονικά, δεν υπολογίζονταν στα ετήσια ελλείμματα) στο τέλος του 2001 συγκεντρώνεται ένα ποσό της τάξης του 1,5 τρισ. δραχμών, που αναζητεί «στέγη»… Από το 2002 η αντιμετώπιση των επιστροφών φόρων στον προϋπολογισμό αλλάζει και οι επιστροφές θα αφαιρούνται πλέον από τα έσοδα, σε αντίθεση με την πρόσθεση στις δαπάνες, όπως γίνονται μέχρι τώρα.

Κόστος όπλων

Επίσης, στον προϋπολογισμό του 2002 συνεχίζεται η εμφάνιση της μισής αλήθειας αναφορικά με το κόστος των όπλων που αγοράζει ετησίως το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Για παράδειγμα, φέτος, εμφανίζονται να διατίθενται για προμήθειες οπλικών συστημάτων περίπου 240 δισ. δραχμές, ενώ είναι γνωστό σε όλους ότι το ετήσιο κόστος (από τα κυλιόμενα πενταετή εξοπλιστικά ποργράμματα) κινείται μεταξύ 1 και 1,2 τρισ. δραχμών. Τα υπόλοιπα απλώς δεν γράφονται πουθενά, αφού αν εμφανιστούν στις πρωτογενείς δαπάνες, όπως και θα έπρεπε, τότε το λογιστικό πλεόνασμα αυτομάτως θα μετατρεπόταν σε έλλειμμα.

– Για να φτάσουμε σε νέους πόρους ή φόρους, πρέπει να έχουμε εξαντλήσει τις υφιστάμενες πηγές. Θα μπορούσαμε να εξαντλήσουμε το βήμα της φορολόγησης των κερδών που δεν επανεπενδύονται. Ενα τμήμα αυτής της φορολόγησης μπορεί να κατευθύνεται στην ασφάλιση. Επίσης θα μπορούσαμε να δούμε με ποιο τρόπο φορολογούνται οι υπεραξίες, οι οποίες παράγονται από διάφορες οικονομικές πράξεις, συναλλαγές και συγχωνεύσεις. Ακόμη και ο περιορισμός των αμυντικών δαπανών θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον πόρους.