ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμμεση μείωση πρωτογενών πλεονασμάτων

Εμμεση μείωση πρωτογενών πλεονασμάτων

Η επιτυχία της έκδοσης του 15ετούς ομολόγου την περασμένη εβδομάδα προσέφερε ακόμη ένα ισχυρό χαρτί στη διαπραγμάτευση υπέρ της μείωσης του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων. Πλέον, ακόμη και στους διαδρόμους της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας αναγνωρίζεται ότι έχουν αποδυναμωθεί, αν όχι εκλείψει, οι λόγοι που επέβαλαν στην Ελλάδα τον στενό δημοσιονομικό κορσέ των υψηλών πλεονασμάτων, εις βάρος της ανάπτυξης.

Ωστόσο, μια άμεση μείωση του στόχου των πλεονασμάτων συναντά ακόμη μεγάλες πολιτικές δυσκολίες και, στο  πλαίσιο αυτό, οι πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές αναφέρουν ότι αναζητούνται λύσεις έμμεσης αύξησης του δημοσιονομικού χώρου, που θα μπορούσαν να περάσουν ανετότερα από τη δοκιμασία π.χ. του γερμανικού Κοινοβουλίου. Η ιδέα μείωσης του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων, μέσω της επιστροφής των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών (SMPs και ANFAs) βρίσκεται και πάλι στο τραπέζι, μεταξύ άλλων.

Νέα δεδομένα

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα συμφωνήθηκαν προκειμένου να βγαίνει η εξίσωση της βιωσιμότητας του χρέους, με δεδομένο ότι το κόστος δανεισμού της ελληνικής οικονομίας θα παρέμενε υψηλό, με τα επιτόκια αναχρηματοδότησης του χρέους στο 5,1%, και ο ρυθμός ανάπτυξης χαμηλός, στο 1% μετά το 2022. Αυτές ήταν οι παραδοχές της ανάλυσης βιωσιμότητας που είχε γίνει το 2018, μετά τη συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2,2% κατά μέσον όρο μακροπρόθεσμα, έως το 2060. Στο ίδιο πλαίσιο είχε συμφωνηθεί και η ελάφρυνση του χρέους, με την επιμήκυνση του δανείου, την παροχή περιόδου χάριτος και την επιστροφή των SMPs και ANFAs σταδιακά, υπό την προϋπόθεση της τήρησης δεσμεύσεων. H κεντρική ιδέα ήταν ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα θα αποτελούσαν τη συνεισφορά της Ελλάδας στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους της, έναντι των μέτρων ελάφρυνσης, που ήταν η ευρωπαϊκή συνεισφορά. Εκτοτε, όμως, προφανώς, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Τα όλο και χαμηλότερα επιτόκια –στην  περίπτωση του 15ετούς το 1,9% ήταν ιστορικό ρεκόρ, κάτι που έχει τη σημασία του ακόμη και σ’ ένα περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων διεθνώς– είναι η πιο προφανής αλλαγή. Οσο για τον ρυθμό ανάπτυξης, σήμερα, δύο χρόνια πριν από το 2022, το 1% δείχνει υπερβολικά απαισιόδοξο.

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι οι αγορές την περασμένη εβδομάδα επέλεξαν να τοποθετηθούν σε έναν τίτλο τόσο μακράς διάρκειας, που λήγει, μάλιστα, μετά τον ορίζοντα της –κατά το ΔΝΤ– ασφαλούς βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, το 2032, δείχνει ότι η προσέγγιση των ευρωπαϊκών θεσμών είναι τουλάχιστον υπερβολικά συντηρητική.

Κι όμως, η επιδίωξη της Ελλάδας για μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων κάθε άλλο παρά περίπατος αποδεικνύεται. Αντίθετα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η δυστοκία προς το παρόν είναι μεγάλη. Η Γερμανία, και όχι μόνο, επιμένει στην αρχή «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται» και έχει διαμηνύσει στις ελληνικές αρχές ότι δεν θα ήθελε να βρεθεί στη δύσκολη θέση να ζητήσει από το Κοινοβούλιό της την αλλαγή του στόχου. Ακόμη και ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρινό Λε Μερ, στη συνέντευξη που έδωσε την περασμένη Κυριακή στην «Κ» ενόψει της επίσκεψης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Παρίσι, προτίμησε να μην απαντήσει ευθέως στο ερώτημά μας για τη μείωση του στόχου, επισημαίνοντας πως η χώρα σεβάστηκε τον στόχο του 2018 και πρέπει να συνεχίσει έτσι.

Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες, αναζητούνται τρόποι για μια λύση που θα δώσει μεν στην Ελλάδα δημοσιονομικό χώρο, αλλά με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος για κράτη-μέλη με επιφυλάξεις, όπως η Γερμανία.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι στους κύκλους της Κομισιόν έχει επανέλθει η ιδέα να αντιμετωπιστεί το θέμα μέσω των ANFAs και SMPs. Εφόσον εγκριθεί η χρήση τους για επενδύσεις, αντί για την εξόφληση χρέους, όπως θεωρείται πιθανό, τα ποσά θα μπορούσαν να συνυπολογίζονται στα έσοδα του προϋπολογισμού, διευρύνοντας έτσι τον δημοσιονομικό χώρο κατά 1,2 δισ. ευρώ τον χρόνο ή κατά 0,6% του ΑΕΠ. Ετσι, σιωπηρώς και εμμέσως θα μειωθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά το ποσοστό αυτό.

Η Κομισιόν έχει λάβει εντολή να παρουσιάσει πρόταση για τα SMPs και ANFAs έως τον Ιούνιο και εκεί μπορεί να βρει τη θέση της μια τέτοια ιδέα. Μάλιστα, η πρόταση διαμηνύθηκε και στην ελληνική κυβέρνηση, ανεπισήμως, στο περιθώριο της πρόσφατης, 5ης αξιολόγησης. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η Γερμανία είχε καταστήσει σαφές, τον περασμένο Σεπτέμβριο, πως η ενδεχόμενη χρήση των SMPs και ΑNFAs για επενδύσεις πρέπει να γίνει με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο. Η κυβέρνηση το δέχθηκε και έτσι αποφασίστηκε στο Eurogroup του Δεκεμβρίου η εξέταση της αλλαγής της χρήσης τους. Τώρα, φαίνεται πως η τράπουλα ανακατεύεται ξανά.

Προς νέο DSA

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, κυρίως ο ΕSM, αναμένεται να παρουσιάσουν μια νέα ανάλυση βιωσιμότητας χρέους (DSA) εντός των προσεχών μηνών. Ο επικεφαλής του ESM είχε δηλώσει μετά το τελεταίο Eurogroup ότι οι ενδείξεις για την ανάπτυξη είναι πλέον λίγο πιο θετικές, αλλά μένει να επιβεβαιωθούν.
Για το ίδιο θέμα, ευρωπαϊκή πηγή  ανέφερε στην «Κ» πως ναι μεν η ανάκαμψη προχωρεί, αλλά η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, την οποία λαμβάνει υπόψη της η ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, είναι αβέβαιη, καθώς απαιτείται διπλασιασμός των επενδύσεων, κάτι δύσκολο αν δεν έχεις επαρκή τραπεζικό δανεισμό.

Τι δέχονται και τι απορρίπτουν οι θεσμοί

Οι πηγές σε Ευρώπη και Αθήνα συμφωνούν ότι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, στο τέλος θα δοθεί κάποιος επιπλέον δημοσιονομικός χώρος στην Ελλάδα για να εφαρμόσει τις πολιτικές φορολογικών ελαφρύνσεων και τόνωσης των επενδύσεων που επιδιώκει. Πόσος θα είναι, όμως, αυτός, δεν είναι ακόμη σαφές.

Τα αιτήματα για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, τη χρησιμοποίηση των SMPs και ANFAs για επενδύσεις, τη δυνατότητα μεταφοράς των υπερπλεονασμάτων από χρόνο σε χρόνο (smoothing mechanism) και την αφαίρεση των δαπανών για το μεταναστευτικό από το αποτέλεσμα του προϋπολογισμού είναι όλα συγκοινωνούντα δοχεία, που μπορούν να εξασφαλίσουν μικρότερα ή μεγαλύτερα περιθώρια εφαρμογής αναπτυξιακών πολιτικών και ελαφρύνσεων.

Ευρωπαϊκές πηγές εκτιμούν ότι το πρώτο βήμα θα γίνει με τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, το β΄ εξάμηνο του 2020, αφού το κόστος της δεν θα ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ. Οι πηγές θεωρούν ότι το ποσό αυτό θα εξασφαλισθεί με ασφάλεια από τον φετινό προϋπολογισμό.

Από κει και πέρα, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Πάντως, οι ίδιες πηγές διαμηνύουν επιφυλάξεις των θεσμών στη διαφαινόμενη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου να καθυστερήσει τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των κερδών των επιχειρήσεων από το 24% στο 20%, υπέρ της ταχύτερης μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών. Αν και αναγνωρίζουν τη σημασία της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, υποστηρίζουν πως το 24% είναι υψηλός συντελεστής για τις επιχειρήσεις κι εκεί πρέπει να δοθεί προτεραιότητα, καθώς αναμένεται να έχει πιο άμεση επίπτωση στην τόνωση της ανάπτυξης και τη μείωση της ανεργίας. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπάρχει δυνατότητα να προχωρήσουν και τα δύο αυτά μέτρα του κυβερνητικού προγράμματος. Επίσης, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η αντιπροσωπεία των θεσμών δεν υποδέχθηκε με ενθουσιασμό την πρόταση για τη μεταφορά των υπερπλεονασμάτων από χρόνο σε χρόνο, καθώς κάτι τέτοιο αντιβαίνει στους κανόνες, όπως αναφέρθηκε.