ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξήθηκαν για τρίτη χρονιά οι χορηγήσεις στεγαστικών

8essalonikh-anw-polh

Αύξηση κατά 50% παρουσίασαν την προηγούμενη χρονιά σε σχέση με το 2018 τα αιτήματα για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, καταγράφοντας την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αγορά κατοικίας που επανακάμπτει με σταθερούς ρυθμούς 30%-40% την τελευταία τριετία. Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, οι αιτήσεις για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου ανήλθαν την προηγούμενη χρονιά στις 30.000, ενώ οι νέες εκταμιεύσεις διαμορφώθηκαν κοντά στα 500 εκατ. ευρώ έναντι 350 εκατ. ευρώ το 2018, καταγράφοντας άνοδο κατά 40% για τρίτη συνεχή χρονιά και ύστερα από μακρά περίοδο απραξίας στην αγορά της στεγαστικής πίστης.

Σταθεροποίηση οικονομίας

Την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αγορά κατοικίας μέσω τραπεζικού δανεισμού ευνοεί η σταθεροποίηση της οικονομίας αλλά και η άνοδος στις τιμές των ακινήτων τόσο για την απόκτηση όσο και για την ενοικίαση κατοικίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, το 2019 οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν με τον υψηλότερο ρυθμό από το 2006 και ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανόδου των τιμών πώλησης διαμορφώθηκε στο 7,2% πανελλαδικά, έναντι 1,8% κατά το 2018. Την ίδια στιγμή, εκρηκτική σε κάποιες περιοχές είναι η άνοδος στα ενοίκια, η οποία ειδικά σε ό,τι αφορά το κέντρο της Αθήνας φθάνει το 20%-30% κατά μέσον όρο την τελευταία διετία, συμπαρασύροντας σε αυξήσεις και τις περιοχές εκτός του κέντρου, στις οποίες η άνοδος εκτιμάται στο 15% περίπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την ενοικίαση ενός διαμερίσματος κατασκευής μετά το 2000 και επιφάνειας 90-110 τ.μ., σε περιοχές των ανατολικών, βορείων και νοτίων προαστίων το κόστος ενοικίασης διαμορφώνεται από 650 ευρώ έως 850 ευρώ.

Η άνοδος των τιμών στα ενοίκια, σε συνδυασμό με το άνοιγμα της κάνουλας των δανείων από την πλευρά των τραπεζών, δημιουργεί συνθήκες αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος από μερίδα νοικοκυριών. Ισχυρό δέλεαρ για τα νοικοκυριά που ενδιαφέρονται και μπορούν να χρηματοδοτήσουν μέρος της δαπάνης για την αγορά κατοικίας, αποτελεί το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που έχει συμπιέσει το μέσο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων σε περίπου 3%-4%, ανάλογα και με τη συνολική σχέση του δανειολήπτη με την τράπεζα και το ύψος της χρηματοδότησης. Να σημειωθεί ότι «προαπαιτούμενο» για την έγκριση ενός στεγαστικού δανείου είναι ο πελάτης να διαθέτει περίπου το 30% του ποσού της αγοράς, καθώς μέσω δανεισμού καλύπτεται πλέον το 70% της αξίας του ακινήτου.

Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, η μείωση των επιτοκίων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την αγορά κατοικίας, ευνοούν τη στροφή σε σταθερά επιτόκια μακράς διάρκειας. Ετσι, σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου στην ελληνική αγορά είχαν κυριαρχήσει τα κυμαινόμενα επιτόκια, η πλειονότητα των δανειοληπτών επιλέγει πλέον σταθερό επιτόκιο διάρκειας 10, 20 ή και 25 ετών, προκρίνοντας έτσι την ασφάλεια στο ύψος της δόσης και αξιοποιώντας το ευνοϊκό περιβάλλον των αρνητικών επιτοκίων. Ενδεικτικά, για δάνειο ύψους 100.000 ευρώ, με επιτόκιο 3,5% και διάρκεια αποπληρωμής 20 χρόνια, η μέση μηνιαία δόση διαμορφώνεται σε περίπου 590 ευρώ.

Σύμφωνα με στοιχεία από τράπεζες, ο μέσος όρος του αιτούμενου δανείου ανέρχεται στις 70.000 ευρώ για αγορά συνολικής αξίας 100.000 ευρώ και με μέση διάρκεια 25 ετών. Τα δύο στα τρία στεγαστικά δάνεια αφορούν αγορές νέων κατοικιών (κυρίως πρώτης κατοικίας) και μόνο ένα στα τρία αφορά ανέγερση, αποπεράτωση, επέκταση ή επισκευή κατοικίας. Η μέση ηλικία των δανειοληπτών ανέρχεται σε 45 έτη, ενώ δύο στα τρία δάνεια δίνονται σε δανειολήπτες από 30 έως 50 ετών και ένας στους δέκα είναι κάτω από 30 ετών.

Μέρος της ζήτησης επισκευαστικών δανείων αποδίδεται στο ενδιαφέρον που υπάρχει από μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών για την ενοικίαση του ακινήτου τους μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών, όπως η Airbnb, η HomeAway κ.ά., ενώ μικρό είναι το ποσοστό των στεγαστικών δανείων που δίδεται σε κατοίκους εξωτερικού για την απόκτηση «χρυσής βίζας».