ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Οξυγόνο» για αντιμετώπιση του κορωνοϊού αναζητεί η Ελλάδα

gkko_03_0803_page_1_image_0001

Περιθώρια να αντιμετωπίσει την κρίση του κορωνοϊού και να διατηρήσει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, χωρίς να πνίγεται από τους ασφυκτικούς περιορισμούς του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ αναζητεί η κυβέρνηση, καθώς η αρνητική συγκυρία του τελευταίου μήνα απειλεί το όλο αφήγημα της διακυβέρνησής της για υψηλότερη ανάπτυξη και ευημερία.

Τα περιθώρια αναζητούνται εντός του πλαισίου των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι σαφές πως μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, δεν θα ήθελε να προκαλέσει σχόλια ή αρνητικές αντιδράσεις, με το επιχείρημα ότι επιδιώκει να ξεφύγει από τις υποχρεώσεις της.  Από την άλλη πλευρά, ασφαλείς πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές, αναφέρουν ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να στραγγαλίσει με τα ίδια της τα χέρια την οικονομία, παίρνοντας επιπλέον περιοριστικά μέτρα, αν διαφανεί ότι χάνει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ, λόγω έκτακτων συνθηκών.

Ετσι, οι ανακοινώσεις του προέδρου του έκτακτου Eurogroup Μάριο Σεντένο της περασμένης εβδομάδας ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες  επιτρέπουν ευελιξία σε περίπτωση «ασυνήθιστων γεγονότων, πέρα από τον έλεγχο της κυβέρνησης» και ότι «επιτρέπεται μια προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής, με διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας»,  ήταν μια ανακούφιση.  Ελπίδες έδωσε και η στάση κατανόησης που σύμφωνα με πληροφορίες επέδειξαν οι εκπρόσωποι των υπουργών Οικονομικών την Παρασκευή στο EuroWorking Group απέναντι στην ειδική περίπτωση της Ελλάδας που –όπως  επισημάνθηκε– καλείται να πετύχει  στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει αυξημένους κινδύνους λόγω κορωνοϊού, επειδή η οικονομία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τουρισμό και ναυτιλία.

Το γενικό πνεύμα της συζήτησης, όπως μετέφεραν πηγές που συμμετείχαν στη συνεδρίαση, ήταν ότι εφόσον υπάρξει μια συντονισμένη λήψη μέτρων, δεν θα αφεθεί η Ελλάδα εκτός, εξαιτίας των περιορισμών του 3,5%.

Κατανόηση έδειξαν, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκπρόσωποι των υπουργών Οικονομικών και για την ατυχή σύμπτωση της νέας προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης με αυτήν του κορωνοΐου. Η κυβέρνηση, ως γνωστόν, έχει ζητήσει να εξαιρεθούν οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την αντιμετώπιση του προσφυγικού από το κατά πρόγραμμα πρωτογενές πλεόνασμα, επιτρέποντας ένα περιθώριο περίπου 280 εκατ. ευρώ. Το προσφυγικό, μέσα στον ανθρώπινο πόνο και τα προβλήματα που προκαλεί, είναι ασφαλώς ένα επιχείρημα υπέρ της ευέλικτης αντιμετώπισης των υποχρεώσεων της χώρας.

Στην πράξη μένει να φανεί πώς θα μεταφράσουν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης αυτή τη διάθεση ευελιξίας. Γιατί η αλήθεια είναι ότι οι κανόνες είναι πολύ προσεκτικά διατυπωμένοι  και θέτουν προϋποθέσεις, όπως ότι οι δαπάνες που θα εξαιρεθούν από το πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να είναι αυστηρά συνδεδεμένες με το «ασυνήθιστο γεγονός» και να είναι προσωρινής φύσης.  Δεν είναι σίγουρο ότι ορισμένοι –ιδίως– υπουργοί θα θελήσουν άμεσα να προχωρήσουν στο  επιπλέον βήμα που θα χρειαστεί για να διευκολύνουν τις αναπτυξιακές ανάσες της Ευρώπης γενικά και της Ελλάδας ειδικότερα.

Οι ίδιοι κανόνες αναφέρουν ότι η αλλαγή στόχων –και όχι απλώς η εξαίρεση δαπανών απ’ αυτούς– μπορεί να συζητηθεί μόνο σε περίπτωση «έντονης ύφεσης». Προς το παρόν, στο Eurogroup της 16ης Μαρτίου οι υπουργοί Οικονομικών θα παρουσιάσουν τις προτάσεις τους, με στόχο να διαμορφωθεί ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, που θα ενεργοποιείται ανάλογα με τις εξελίξεις και εξειδικευμένο κατά κράτος-μέλος, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Οι εξελίξεις αυτές επανατοποθετούν, προφανώς, τη διεκδίκηση της Ελλάδας για χαμηλότερους στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος. Πλέον, όλα εντάσσονται στο νέο τοπίο της επιδημίας. Αυτό που δεν αλλάζει είναι οι υποχρεώσεις της Ελλάδας να προχωρήσει στην εφαρμογή των δεσμεύσεών της για την 6η αξιολόγηση, του Μαΐου, με πρώτη την κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Αρνητική επίδραση στον ρυθμό ανάπτυξης

Η κρίση του κορωνοϊού –και του προσφυγικού– ήρθε να πλήξει την οικονομία ακριβώς τη στιγμή που όλοι προσέβλεπαν σε μια επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης, μετά την απώλεια του 1/4 του ΑΕΠ της χώρας εξαιτίας της κρίσης και η κυβέρνηση φιλοδοξούσε να τη βοηθήσει με μέτρα φοροελαφρύνσεων και τόνωσης της επιχειρηματικότητας. Ολοι συμφωνούν ότι είναι νωρίς ακόμη για να εκτιμηθεί η επίπτωση του ιού στην ανάπτυξη, αφού είναι αβέβαιη η διάρκεια της επιδημίας και η έκτασή της.  Ομως, κάποιες πρώτες εκτιμήσεις έχουν αρχίσει να γίνονται, έστω και σε αβέβαιο έδαφος και όλοι συμφωνούν  ότι το πρόβλημα θα είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι είχε αρχικώς υπολογιστεί. Η κοινή συνισταμένη των μέχρι στιγμής εκτιμήσεων αναφέρει ένα πλήγμα στον ρυθμό ανάπτυξης από 0,2-0,5% τουλάχιστον. Ετσι, το ΑΕΠ του 2019 προβλέπεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 2%-2,3%, έναντι στόχου της κυβέρνησης για 2,8%. Μάλιστα, μια τραπεζική πηγή επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι είναι καθοδικοί, επομένως, είναι αβέβαιη η επίτευξη ακόμη και του 2%. Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ο καθηγητής Παναγιώτης Πετράκης εκτίμησε ότι με βάση τις πληροφορίες που έχουμε ώς σήμερα, το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει επιβράδυνση του  ρυθμού ανάπτυξης  κατά  ένα ποσοστό 0,3%. Αυτό μεταφράζεται σε ρυθμό 2,2% για το 2020, αφού η προηγούμενη πρόβλεψή του για τη φετινή χρονιά ήταν για ανάπτυξη 2,5%.  Η εκτίμηση βασίζεται σε μία σειρά από προϋποθέσεις, όπως ότι τα κρούσματα του ιού θα κρατηθούν κάτω από 1 εκατομμύριο, από τις 100.000 περίπου σήμερα, θα αυξηθεί η ποσοτική χαλάρωση από τις κεντρικές τράπεζες και η παγκόσμια ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 2,75%-3%. Αυτό είναι το βασικό σενάριο, με πιθανότητα 55%, ενώ ακολουθεί ένα δυσμενέστερο, μιας ήπιας πανδημίας, με πιθανότητες 25% και δύο ακόμη χειρότερες εκδοχές. Στην Τράπεζα της Ελλάδος οι εκτιμήσεις τελούν εν αναμονή αυτών για την Ευρωζώνη. Υποστηρίζουν, πάντως, ότι το βασικό σενάριο θα προβλέπει μια επίπτωση ελαφρώς μικρότερη από αυτήν της Ευρωζώνης, καθώς η οικονομία μας είναι λιγότερο εξωστρεφής και στο πλαίσιο αυτό θεωρείται πιθανή μια επίπτωση της τάξεως του 0,2-0,3% και προσγείωση του ρυθμού ανάπτυξης στο 2,3%.

Η Τράπεζα, ενόψει της ετήσιας γενικής της συνέλευσης, στις 20 Απριλίου, ετοιμάζει κι ένα σενάριο ρίσκου, σύμφωνα με το οποίο ο ρυθμός θα περιορίζεται στην περιοχή του 2%. Πάντως, διευκρινίζεται ότι όλα αυτά δεν βασίζονται σε στοιχεία, αλλά σε εκτιμήσεις, αφού μέχρι και τον Φεβρουάριο τα στοιχεία ήταν καλά.