ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δυσοίωνες προβλέψεις από τους Ελληνες CEO για την οικονομία

dysoiones-provlepseis-apo-toys-ellines-ceo-gia-tin-oikonomia-2372538

«Βουτιά» έκανε το πρώτο τρίμηνο του 2020 ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος που καταρτίζουν η Εταιρεία Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων (ΕΑΣΕ) και η ICAP, επηρεαζόμενος από τις επιπτώσεις που έχει στην οικονομία η εξάπλωση του κορωνοϊού. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω δείκτης, η διαμόρφωση του οποίου προκύπτει από τις απαντήσεις 2.450 διευθυνόντων συμβούλων (CEO) και γενικών διευθυντών των μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων, υποχώρησε στις 123 μονάδες, από τις 186 μονάδες το τέταρτο τρίμηνο του 2019 και τις 156 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2019. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε την περίοδο από 13/3/2020 έως 31/3/2020, δηλαδή όταν επιβλήθηκαν τα πρώτα περιοριστικά μέτρα στη λειτουργία επιχειρήσεων (εστίαση, κομμωτήρια κ.λπ.).

Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας παρουσίασε πτώση στις 187 μονάδες έναντι 267 μονάδων το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των CEO που δηλώνουν ότι βελτιώθηκε η τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας μειώθηκε σε 38% έναντι 77% το προηγούμενο τρίμηνο. Εξαιρετικά δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις τους για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα, ο δείκτης πρόβλεψης της οικονομικής κατάστασης της χώρας ένα έτος μετά μειώθηκε δραματικά στις 122 μονάδες έναντι 263 μονάδων το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των CEO που εκτιμούν ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας θα είναι καλύτερη στο επόμενο έτος μειώθηκε σε 19% έναντι 94% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ το 61% των CEO δηλώνει ότι θα είναι χειρότερη. Επιπλέον, σχεδόν 9 στους 10 εκτιμούν ότι η πανδημία λόγω κορωνοϊού θα έχει υψηλού επιπέδου αρνητική επίδραση στην οικονομία.

Η υγειονομική κρίση αναστέλλει, όπως είναι αναμενόμενο, τους επενδυτικούς σχεδιασμούς των επιχειρήσεων. Ετσι, ο δείκτης επενδυτικών προσδοκιών υποχώρησε στις 107 μονάδες, από 166 το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό των CEO που δηλώνουν ότι οι επενδυτική δαπάνη στις επιχειρήσεις που διοικούν θα είναι μειωμένη κατά τον επόμενο χρόνο διαμορφώθηκε σε 27%, μερίδιο που αυξάνεται σε 46% για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις.