ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δυνατότητα χορήγησης δανείων 16 δισ. στις επιχειρήσεις φέτος

Δυνατότητα χορήγησης δανείων 16 δισ. στις επιχειρήσεις φέτος

Δάνεια 16 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν από τις τράπεζες σε επιχειρήσεις το 2020 με βάση τις δεσμεύσεις των επικεφαλής των εμπορικών τραπεζών, που συμμετείχαν σε ευρεία τηλεδιάσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με αντικείμενο τη ρευστότητα στην οικονομία. 

Στόχος της συζήτησης, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Μεγάρου Μαξίμου, ήταν «η αποτίμηση του πώς δουλεύουν στην πράξη τα εργαλεία ρευστότητας που έχει παράσχει η κυβέρνηση στις τράπεζες με σκοπό να τα διοχετεύσουν στην ελληνική επιχειρηματικότητα». Στην τηλεδιάσκεψη συμμετείχαν το οικονομικό επιτελείο, ο διοικητής της ΤτΕ και η διοίκηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), που αποτελεί βασικό μοχλό της κυβερνητικής προσπάθειας ενίσχυσης της ρευστότητας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στη συζήτηση η κυβέρνηση ζήτησε να ελαχιστοποιηθεί το κόστος για τις επιχειρήσεις, καλώντας τις τράπεζες να περιορίσουν όπου είναι δυνατόν τις εξασφαλίσεις βάσει των οποίων χορηγούνται τα δάνεια. Επιπλέον, ζητήθηκε να υπάρξει απλοποίηση των διαδικασιών και ελαχιστοποίηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, έτσι ώστε οι αιτήσεις για δανεισμό να ικανοποιούνται με ταχύτητα και χωρίς καθυστερήσεις. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε ενόψει και της ενεργοποίησης από τα τέλη Μαΐου του Ταμείου Εγγυοδοσίας από την ΕΑΤ, μέσω του οποίου αναμένεται να διοχετευθούν στην οικονομία δάνεια ύψους 7 δισ. ευρώ. Το Ταμείο θεωρείται η «ναυαρχίδα» του κυβερνητικού σχεδιασμού για κεφάλαια κίνησης προς τις επιχειρήσεις, καθώς οι χρηματοδοτήσεις θα δοθούν με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, που θα καλύψει το 80% κάθε δανείου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τράπεζες αποδέχθηκαν να μη ζητούν εξασφαλίσεις για το σκέλος του δανείου που είναι εγγυημένο από το κράτος, δηλαδή για το 80%, και οι όποιες εγγυήσεις –εμπράγματες ή ενοχικές– θα ζητούνται μόνο για το σκέλος του δανείου που δεν είναι εγγυημένο από το κράτος, δηλαδή για το 20%. Να σημειωθεί ότι για το σύνολο των δανείων που θα χορηγήσουν οι τράπεζες μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας, η κρατική εγγύηση φθάνει το 40%, γεγονός που σημαίνει ότι τα δάνεια θα πρέπει να δοθούν με προσοχή ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να «σκάσει» μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου, θέτοντας σε περαιτέρω κίνδυνο τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος. Προκειμένου να καλυφθεί η τράπεζα σε ό,τι αφορά τις εποπτικές υποχρεώσεις της, η ΤτΕ έδωσε για το τμήμα της εγγύησης που θα παρέχεται από το κράτος μηδενική στάθμιση κινδύνου (zero weight risk asset).

Σημαντικές ήταν και οι αποφάσεις σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα Επιχειρηματική Χρηματοδότηση ΤΕΠΙΧ II, για το οποίο οι τράπεζες αποδέχθηκαν τον όρο που έθεσε η κυβέρνηση, να μη ζητούν από τις επιχειρήσεις εμπράγματες εξασφαλίσεις και οι όποιες εγγυήσεις να είναι μόνο ενοχικές. Το πρόγραμμα ξεκίνησε στις 28 Απριλίου και αφορά την επιδότηση επιτοκίου από το Δημόσιο για δύο χρόνια για τη χορήγηση κεφαλαίων κίνησης σε επιχειρήσεις που πλήττονται από την κρίση. Ενδεικτικό της ζήτησης που υπάρχει για ρευστότητα είναι ότι μέσα σε περίπου πέντε ημέρες που έμεινε ανοιχτή η πλατφόρμα υποβλήθηκαν 25.000 αιτήσεις για δάνεια ύψους 3,5 δισ. ευρώ, όταν ο προϋπολογισμός του προγράμματος είναι 1,3 δισ. ευρώ. Η εφαρμογή για την υποβολή αιτήσεων «κλείδωσε» χθες από το υπουργείο Ανάπτυξης, προκειμένου να προχωρήσει η αξιολόγηση των προτάσεων και είναι ενδεικτικό ότι ήδη έχουν εγκριθεί δάνεια 8 εκατ. ευρώ.

Να σημειωθεί ότι άλλες 35.000 επιχειρήσεις που πλήττονται από την κρίση έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα 3μηνης επιδότησης επιτοκίου που ανακοίνωσε το υπουργείο Ανάπτυξης, αναλαμβάνοντας το κόστος της αναστολής στην καταβολή του χρεολυσίου που εφαρμόζουν οι τράπεζες για όσες επιχειρήσεις ανήκουν σε πληττόμενους ΚΑΔ.

Οπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, «πρώτιστο μέλημα της κυβέρνησης είναι να διασφαλιστεί ότι «η ρευστότητα φτάνει τελικά στους αποδέκτες σε μια έκτακτη κατάσταση», επισημαίνοντας ότι το ζήτημα της επιβίωσης επιχειρήσεων πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητα της πολιτείας αλλά των τραπεζών. «Πρέπει να απορροφήσουμε τους κραδασμούς όσο το δυνατόν καλύτερα και να θέσουμε τις βάσεις για μια δυναμική επανεκκίνηση», τόνισε ο πρωθυπουργός, ενώ από την πλευρά των τραπεζών εκτιμήθηκε ότι η ρευστότητα που μπορεί να διοχετευθεί στην οικονομία με τη μορφή χρηματοδοτήσεων μπορεί να φτάσει φέτος τα 16 δισ. ευρώ.

Στην τηλεδιάσκεψη μετείχαν οι υπουργοί Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, Ανάπτυξης και Επενδύσεων Αδωνις Γεωργιάδης, Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, οι υφυπουργοί Οικονομικών Γιώργος Ζαββός, Ανάπτυξης και Επενδύσεων Γιάννης Τσακίρης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας. Από τον τραπεζικό κλάδο συμμετείχαν ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών και πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Γιώργος Χατζηνικολάου, οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς, της Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης, της Eurobank Φωκίων Καραβίας, της Attica Bank Θεόδωρος Πανταλάκης, η πρόεδρος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Αθηνά Χατζηπέτρου και η γενική γραμματέας ΕΕΤ Χαρούλα Απαλαγάκη.

Ζητούν αλλαγή του νόμου για τον αναβαλλόμενο

Θέμα αλλαγής του νόμου για τον αναβαλλόμενο φόρο έχουν θέσει οι διοικήσεις των τραπεζών. Το θέμα αλλαγής του νόμου τίθεται ενόψει των ζημιών που εκτιμάται ότι θα εγγράψουν οι τράπεζες το 2020 ή το 2021 λόγω των αυξημένων προβλέψεων για τα νέα κόκκινα δάνεια που θα υποχρεωθούν να λάβουν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που προκαλεί η πανδημία.

Οι επερχόμενες ζημίες, με βάση τον νόμο για την αναβαλλόμενη φορολογία, θα οδηγήσουν στην αύξηση της συμμετοχής του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών και η πρόταση που έχει διατυπωθεί από τις τράπεζες αποσκοπεί στο να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη. Το θέμα αναφέρει σε έκθεσή της για την ποιότητα του ενεργητικού του ελληνικού τραπεζικού κλάδου η JP Morgan, επισημαίνοντας το ευνοϊκό πλαίσιο που δημιουργούν οι πρόσφατες αποφάσεις της Ε.Ε. για τις κρατικές ενισχύσεις.

Στην έκθεσή του ο διεθνής οίκος αναλύει την πρωτοβουλία της ΤτΕ για τη δημιουργία μιας κακής τράπεζας για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων των ιδρυμάτων.

Η έκθεση δημοσιοποιήθηκε ύστερα από τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα με τον επικεφαλής της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας της ΤτΕ Σπύρο Παντελιά.

Κατά τον διεθνή οίκο, βασικό χαρακτηριστικό της πρότασης που επεξεργάζεται η ΤτΕ είναι η κεφαλαιακή διάρθρωση της bad bank με τη μορφή μιας ενιαίας οντότητας στην οποία θα μεταφερθούν τα κόκκινα δάνεια, ανακουφίζοντας άμεσα τις τράπεζες. Η λύση της κακής τράπεζας διαφοροποιείται σε σχέση με το μοντέλο του «Ηρακλή» που προϋποθέτει τη δημιουργία πολλαπλών εταιρειών ειδικού σκοπού (SPVs) –μία για κάθε τιτλοποίηση– στις οποίες τις τιμές για τα μεταφερόμενα χαρτοφυλάκια καθορίζουν οι επενδυτές.

Οπως εξηγεί η JP Morgan από την εμπειρία άλλων χωρών που έχουν αντιμετωπίσει το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω της δημιουργίας μιας bad bank, προκύπτει ότι ένα σημαντικό μέρος της ζημίας που προκαλείται από το «κούρεμα» των μεταφερόμενων δανείων –υπολογίζεται στο μισό περίπου– αναλαμβάνεται από το κράτος.

Αν και, όπως σημειώνει, στην τηλεδιάσκεψη δεν συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της δομής που έχει η πρόταση της ΤτΕ, η κεφαλαιακή διάρθρωση σε ένα τέτοιο σχήμα αποτελεί κλειδί της λύσης, λαμβάνοντας υπόψη και τους αυστηρούς περιορισμούς για τις κρατικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο, η ΤτΕ, η οποία αναμένεται να ανακοινώσει τις λεπτομέρειες της πρότασής της τις προσεχείς εβδομάδες, επιμένει ότι στο σημερινό περιβάλλον απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση υπό τη μορφή μιας bad bank, η οποία θεωρείται η πιο βιώσιμη επιλογή για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αρκετά σύντομα.

Ο «Ηρακλής» ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα. Το γεγονός ωστόσο ότι βασίζεται σε πολλαπλές συναλλαγές τιτλοποιήσεων σημαίνει ότι μπορεί να μην είναι αρκετός για να αντιμετωπίσει το μέγεθος του προβλήματος στο τρέχον περιβάλλον.

Ακόμα και όταν οι αγορές επιστρέψουν στην κανονικότητα, οι ελληνικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν πιθανώς αυξημένο ανταγωνισμό από τράπεζες άλλων χωρών στις πωλήσεις κόκκινων δανείων και ένα πιθανό «χτύπημα» στις τιμές, στις οποίες θα μεταφερθούν αυτά τα δάνεια, μπορεί να ασκήσει πιέσεις στη λογιστική αξία των τραπεζών.