ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καμπανάκι» για σοκ ρευστότητας εάν ενταθεί η κρίση

kampanaki-gia-sok-reystotitas-ean-entathei-i-krisi-2379224

Τα σχετικά υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας προσφέρουν ένα σημαντικό δίχτυ ασφαλείας έναντι ενός σοκ ρευστότητας, ωστόσο, εάν η κρίση λόγω της πανδημίας ενταθεί στο επόμενο διάστημα, η χώρα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με μια «σοβαρή» αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών της, όπως προειδοποιεί η Κομισιόν.

Το cash buffer της κεντρικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 34 δισ. ευρώ στα τέλη Μαρτίου, συμπεριλαμβανομένων των 15,7 δισ. ευρώ των δανείων του ESM, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν έπειτα από σχετική έγκριση, των 10 δισ. ευρώ των καταθέσεων του κράτους στην ΤτΕ και στις εμπορικές τράπεζες και του 1,9 δισ. ευρώ των καταθέσεων των φορέων της γενικής κυβέρνησης στην ΤτΕ, όπως σημειώνει. Καθώς η Ελλάδα έχει περιορισμένες ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους –μακροπρόθεσμα ομόλογα ύψους 3 δισ. ωριμάζουν το 2020 και οι δαπάνες τόκων φθάνουν τα 5,1 δισ.–, το ταμειακό αυτό «μαξιλάρι» είναι ικανό να απορροφήσει τα πιθανά σοκ ρευστότητας στους επόμενους μήνες, τονίζει η Κομισιόν, ειδικά τη στιγμή που η Ελλάδα έχει ήδη προαναγγείλει ότι στοχεύει να διατηρήσει την παρουσία της στις αγορές και να αντλήσει περαιτέρω κεφάλαια για την κάλυψη των χρηματοδοτικών κινδύνων.

Ωστόσο, η Κομισιόν προειδοποιεί πως, παρά το σημαντικό αυτό «όπλο» της Ελλάδας, οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί. Οπως επισημαίνει, εάν η κρίση λόγω της πανδημίας ενταθεί και το «πάγωμα» της οικονομικής δραστηριότητας και οι σχετικοί περιορισμοί διαρκέσουν πέραν του Μαΐου, τότε η χρηματοδοτική θέση της Ελλάδας διατρέχει σημαντικό κίνδυνο. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερο έλλειμμα από αυτό που υπολογίζεται σήμερα και να απαιτήσει πρόσθετη χρήση των ταμειακών διαθεσίμων κατά τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες, στερεύοντας συνεπώς τη ρευστότητα.

Η Κομισιόν παρατηρεί επίσης πως η μεταβλητότητα στο ελληνικό spread έχει αυξηθεί σημαντικά, παρά την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο νέο QE πανδημίας (PEPP) της ΕΚΤ, και στα τέλη Απριλίου διαμορφωνόταν περίπου 130 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα χαμηλά του Φεβρουαρίου, υπογραμμίζοντας έτσι πως το μακρύ και αδιάκοπο ράλι των ελληνικών ομολόγων αποτελεί πλέον παρελθόν.