Διπλής όψεως η σύγκριση των αποδοχών Ελλήνων και υπολοίπων Ευρωπαίων

Διπλής όψεως η σύγκριση των αποδοχών Ελλήνων και υπολοίπων Ευρωπαίων

2' 28" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ενα επικοινωνιακό όπλο στα χέρια των συνδικαλιστικών οργανώσεων δίδει η εισαγωγή του ευρώ στην ελληνική αγορά. Το κοινό νόμισμα καθιστά σαφώς ευκολότερες τις συγκρίσεις μεταξύ των αποδοχών που εισπράττουν οι Ελληνες εργαζόμενοι και αυτών που εισπράττουν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί τους.

Και η σύγκριση αυτή, κάθε άλλο παρά θετική είναι για το εργατικό δυναμικό της χώρας. Ονομαστικές αποδοχές που αποκλίνουν μέχρι και 60% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι το πρώτο συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει ο παρατηρητής. Την αίσθηση της απόστασης επιτείνει και η, συχνά εύκολη, συνθηματολογία κυβέρνησης και κομμάτων για την «επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης, τώρα που επετεύχθη η οικονομική». Ενδεικτικό είναι το ζήτημα των κοινωνικών δαπανών, όπου η Ελλάδα εμφανίζεται να πλησιάζει τα ευρωπαϊκά επίπεδα σε όρους ΑΕΠ (στοιχείο που χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση) και να βρίσκεται πολύ μακριά όταν η σύγκριση γίνεται σε πραγματικές τιμές (στοιχείο που δεν χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση).

Υιοθετώντας τη λογική αυτή, τα συνδικάτα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα έθεσαν το αίτημα του σταδιακού «εξευρωπαϊσμού των αποδοχών». Το ζήτημα εισήγαγε, η πραγματίστρια τα τελευταία χρόνια ηγεσία της ΓΣΕΕ, εν όψει των διαπραγματεύσεων για τη νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας βάσει της οποίας αμείβεται το 25% των ιδιωτικών υπαλλήλων. Ακολούθησε, σαφώς πιο επιθετικά, η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος η οποία την προηγούμενη εβδομάδα έθεσε ως ετήσιο στόχο πρόσθετες αυξήσεις 3% – 3,5% ώστε σε ένα διάστημα 7 – 8 ετών να υπάρξει εξομείωση των αποδοχών με τον μέσο κοινοτικό όρο. Και η λίστα των αιτημάτων δεν έχει τέλος? «ευρωπαϊκές» αποδοχές διεκδικεί το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων, οι ομοσπονδίες των ΔΕΚΟ, άπαντες.

Αυτό, όμως, που διαπιστώνει ο προσεκτικός παρατηρητής-αναγνώστης (και το οποίο δεν αποκρύπτουν τα συνδικάτα) είναι ότι απόλυτη σύγκριση αποδοχών δεν μπορεί να γίνει. Για τον απλό λόγο ότι οι τιμές στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης είναι διαφορετικές (συνήθως δε υψηλότερες) και, συνεπώς, η αξία ενός ευρώ στην Ελλάδα είναι σχετικά ή απόλυτα διαφορετική από την αξία ενός ευρώ στη Γαλλία και στην Ιταλία. Ετσι, τα επιστημονικά επιτελεία των συνδικαλιστικών οργανώσεων προχωρούν σε συγκρίσεις βάσει της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων (πόσα αγαθά μπορεί κανείς να αγοράσει στην Ελλάδα με 1 ευρώ και πόσα στις υπόλοιπες χώρες) και, παράλληλα, συνυπολογίζουν την παραγωγικότητα της οικονομίας. Αποδέχονται, δηλαδή, ότι όσο υψηλότερη παραγωγικότητα έχει μια οικονομία τόσο υψηλότεροι είναι οι μισθοί. Και η πραγματικότητα είναι ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι η χαμηλότερη.

Με βάση και αυτούς τους δύο παράγοντες (αγοραστική δύναμη και παραγωγικότητα) η διαφορά του 60% που καταγράφουν οι αποδοχές των Ελλήνων σε σχέση με αυτές των Ευρωπαίων περιορίζεται στο 17%.

Ολοι αναγνωρίζουν ότι οι αποκλίσεις είναι υπαρκτές αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να καλυφθούν. Κι αυτό διότι το σύνολο του οικοδομήματος της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να εξετασθεί εκ νέου. «Ευρωπαϊκοί» μισθοί σημαίνουν ή προϋποθέτουν «ευρωπαϊκή» ποιότητα στο προϊόν και τη διοίκηση των επιχειρήσεων, «ευρωπαϊκή» παραγωγικότητα αλλά και «ευρωπαϊκές» εργασιακές σχέσεις, με την έννοια της απελευθέρωσης αλλά και της πάταξης της παρανομίας.

Αλλωστε, και σε αυτήν την περίπτωση οι μέσοι όροι μπορεί να είναι χρήσιμοι για παρατήρηση, είναι όμως εξίσου παραπλανητικοί…

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT