ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απασχόληση και ανεργία τα προβλήματα της οικονομίας

Με αφορμή την ευρεία δημόσια συζήτηση που διεξάγεται για την απασχόληση το τελευταίο διάστημα, η παρούσα έκθεση δίνει έμφαση στην ανάλυση των εξελίξεων στην απασχόληση και στην ανεργία την τελευταία πενταετία και επιχειρείται η επισήμανση των παραγόντων που διαμορφώνουν τις μεσοπρόθεσμες τάσεις.

Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση είναι:

Η ανεργία στην Ελλάδα είναι δομικό φαινόμενο και όχι συγκυριακό. Αυτό σημαίνει ότι επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τις φάσεις του κύκλου -ιδιαίτερα την ανοδική- και περισσότερο από μακροχρόνιους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που αλλάζουν με πολύ βραδείς ρυθμούς.

Οι παράγοντες αυτοί ευνοούν τη διατήρηση του ποσοστού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στον πληθυσμό σε χαμηλά επίπεδα, τα οποία μάλιστα μειώνονται τα τελευταία χρόνια. Αυτό αμβλύνει τις πιέσεις στην ανεργία και επιτρέπει την οριακή της μείωση. Αν όμως αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής, προσεγγίζοντας τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (56,2%) τότε το πρόβλημα της ανεργίας θα εμφανισθεί πολύ οξύτερο.

Το σημαντικότερο, πάντως, διαρθρωτικό πρόβλημα που επισημαίνεται στην έκθεση είναι το χαμηλό «περιεχόμενο απασχόλησης» της ελληνικής ανάπτυξης, η αδυναμία της δηλαδή να μετατρέπει την ανάπτυξη σε νέες θέσεις εργασίας. Οπως προκύπτει από την ανάλυση, η ανάπτυξη στην Ελλάδα ούτε καν τα υφιστάμενα επίπεδα της απασχόλησης δεν μπορεί να συντηρήσει, πόσω μάλλον δε, να συμβάλει και στην απορρόφηση ανέργων. Η αδυναμία αυτή που οφείλεται κατά κύριο λόγο στις μεταβολές της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας καθορίζει και την πορεία της ανεργίας.

Γι’ αυτό οι πολιτικές για την ανεργία πρέπει να θέσουν ως κύριο στόχο τη διεύρυνση της απασχόλησης, συνεκτιμώντας τα ακόλουθα:

1) Οι θέσεις εργασίας στον αγροτικό τομέα θα συνεχίσουν να μειώνονται και θα συνεχίζεται η διαδικασία μετάβασης εργαζομένων από τη γεωργία σε άλλους τομείς. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά γεωγραφική μετατόπιση εργαζομένων και δεν αντιστρατεύεται τον στόχο της συγκράτησης του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές. Η μετάβαση σε άλλο τομέα δραστηριότητας, χωρίς γεωγραφική μετακίνηση, είναι εφικτή με την επέκταση αγροτικών δραστηριοτήτων, τόσο στη μεταποίηση όσο και στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. Απαιτεί όμως παράλληλα και ενίσχυση των πολιτικών κατάρτισης, καθώς ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων στον αγροτικό τομέα δεν διαθέτει τις απαραίτητες δεξιότητες.

2) Η διαδικασία εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης της μεταποίησης θα συνεχίζεται και οι δυνατότητες δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στον μεταποιητικό τομέα θα παραμείνουν περιορισμένες. Εμμέσως, όμως, οι βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, που συνεπάγονται μεγάλες επενδύσεις οδηγούν σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγής και συμβάλλουν στην αύξηση της απασχόλησης στους άλλους τομείς (κατασκευές, υπηρεσίες). Αμεση αύξηση των θέσεων εργασίας στη μεταποίηση μπορεί να υπάρξει μόνο αν πραγματοποιηθούν νέες μεγάλες επενδύσεις στον τομέα που θα διευρύνουν την παραγωγική του ικανότητα. Συνεπώς, τόσο η ενθάρρυνση των επενδύσεων εκσυγχρονισμού στην υφιστάμενη μεταποίηση όσο και η προσέλκυση νέων μπορούν να διευρύνουν τις δυνατότητες δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

3) Η δυναμική που παρουσιάζουν σήμερα οι κατασκευές στο ζήτημα της απασχόλησης είναι ενδεχόμενο να εξαντληθεί ύστερα από λίγα χρόνια, γεγονός που θα αυξήσει τις πιέσεις στην ανεργία.

4) Η αυτοαπασχόληση στην παρούσα μορφή της, που αποτελούσε καταφύγιο απασχόλησης μεγάλου αριθμού ατόμων θα συνεχίσει να μειώνεται όσο αυξάνει η συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Για να διατηρηθεί και να αυξηθεί απαιτείται η βαθμιαία μετατροπή της σε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η ενίσχυση των «μικρών» επιχειρήσεων αποτελεί την ενδεδειγμένη πολιτική για την αύξηση της απασχόλησης των αυτοαπασχολουμένων.

5) Το κράτος δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως ανάχωμα κατά της ανεργίας, όπως συνέβη στο παρελθόν, καθώς όλα δείχνουν ότι το μέγεθός του θα πρέπει να μειωθεί.