ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

IOBE: Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης χωρίς νέες θέσεις εργασίας

Το πρόβλημα της ανεργίας θα ενταθεί στα χρόνια που έρχονται, παρατηρεί στην έκθεση που δημοσιοποίησε χθες το IOBE. Κύρια αιτία, όπως παρατηρεί το IOBE, είναι η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να μετουσιώσει σε απασχόληση τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που διασφαλίζουν οι κοινοτικοί πόροι και η υλοποίηση των έργων της Ολυμπιάδας του 2004.

Το 2003 το IOBE προβλέπει ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί με ρυθμό 3,6% (αντί του 3,8% που προβλέπει το οικονομικό επιτελείο), ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, που απειλεί την ισχυρή μέχρι τώρα εσωτερική κατανάλωση. H τελευταία αντανακλά και σε μια επιβράδυνση της παραγωγής, τόσο στη βιομηχανία όσο και στις υπηρεσίες.

Το IOBE αναγνωρίζει ότι η ιδιωτική κατανάλωση που αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια έναν ισχυρό προωθητικό παράγοντα της οικονομίας απειλείται σήμερα από τη συρρίκνωση στις χορηγήσεις δανείων.

Η ανεργία αποτελεί κατά τον IOBE ένα δομικό φαινόμενο της ελληνικής κοινωνίας (όχι συγκυριακό) το οποίο θα γίνει ακόμα επαχθέστερο, όσο η Ελλάδα θα εισέρχεται στο διεθνές οικονομικό σύστημα και το κράτος μειώνεται.

Οσο το εργατικό δυναμικό σε σχέση με τον πληθυσμό αυξάνεται, υπογραμμίζει η έκθεση, τόσο η ανεργία θα διογκώνεται, απαιτώντας άμεσα λύσεις και διαρθρωτικές αλλαγές.

Στα κυριότερα σημεία της η έκθεση του IOBE αναφέρει τα ακόλουθα:

Βελτίωση της διεθνούς οικονομίας

Στις αρχές του 2002 είχε εκτιμηθεί ότι η ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας ήταν δρομολογημένη με το διεθνές εμπόριο και τη βιομηχανική παραγωγή να παρουσιάζουν άνοδο. Δυστυχώς, η ανησυχία για την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράκ, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, μετέβαλαν την εικόνα και δεν επέτρεψαν την επιβεβαίωση της θετικής πρόβλεψης στη διάρκεια του έτους. Τους πρώτους μήνες του 2003 υπάρχουν πάλι κάποιες πρόδρομες ενδείξεις ότι είναι πιθανή η βελτίωση του κλίματος στο άμεσο μέλλον. Θετικά στοιχεία είναι ο σύντομος τερματισμός του πολέμου στο Ιράκ, η μείωση της αβεβαιότητας και η σχετική ανάκαμψη στις χρηματαγορές. Δεν είναι, ωστόσο, δυνατόν να προβλεφθεί αν τελικώς οι ενδείξεις αυτές θα επιβεβαιωθούν στη διάρκεια του 2003. Σύμφωνα, πάντως, με τις τρέχουσες εκτιμήσεις, το ΑΕΠ της Ε.Ε.-15 εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με ρυθμό 1,0% το πρώτο εξάμηνο του 2003, ενώ η ανάκαμψη μετατίθεται σταδιακά για το δεύτερο εξάμηνο του έτους και με μεγαλύτερη ένταση το 2004. Στην Ευρώπη η αύξηση θα παραμείνει κάτω από το 1% το πρώτο εξάμηνο του 2003, ενώ η ουσιαστική ανάκαμψη αναμένεται για το 2004.

Τους πρώτους μήνες του 2003 το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα, όπως μετράται από τον Δείκτη Οικονομικού Κλίματος, παρουσίασε επιδείνωση. Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι συνδέονται περισσότερο με τις διεθνείς εξελίξεις, στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο που δημιούργησαν έντονη αβεβαιότητα. Σε άλλες περιόδους διεθνών αναταράξεων στο παρελθόν οι επιπτώσεις στην Ελλάδα ήταν ασθενέστερες απ’ ό,τι στις μεγάλες οικονομίες. Στην παρούσα φάση όμως η ελληνική οικονομία συντονίσθηκε με τις διεθνείς εξελίξεις και υπέστη ανάλογη επιδείνωση του κλίματος. Αυτό συνέβη καθώς η παρούσα αβεβαιότητα επηρέασε έντονα από δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον τουρισμό, οι οποίες εξαρτώνται καθοριστικά από τις διεθνείς εξελίξεις.

Το κλίμα παρουσιάζει ενδείξεις βελτίωσης τον Μάιο. Αν οι ενδείξεις ισχυροποιηθούν το επόμενο διάστημα, τότε θα μειωθούν οι αβεβαιότητες που επηρεάζουν σήμερα τις προβλέψεις για την πορεία των πραγματικών μεγεθών.

Ανοδος του ΑΕΠ το 2002

Θετικό στοιχείο το 2002 ήταν η συνέχιση της επέκτασης της ελληνικής οικονομίας, παρά την παγκόσμια επιβράδυνση που παρατηρήθηκε και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να υφίσταται. Το 2002 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) εκτιμάται ότι αυξήθηκε με ρυθμό γύρω στο 4%, δηλαδή οριακά βραδύτερα σε σχέση με το 2001, αλλά σημαντικά ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1%). Η ανοδική πορεία του ΑΕΠ βασίσθηκε στην αύξηση της συνολικής κατανάλωσης (ιδιωτικής και δημόσιας) και των συνολικών ακαθαρίστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου.

Σύμφωνα με το σύνολο των προβλέψεων που έχουν διατυπωθεί ώς τώρα, το 2003 η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό (3,6%), αισθητά ταχύτερο απ’ αυτόν της Ευρωζώνης, αλλά χαμηλότερο σε σχέση με το 2002. Η άνοδος του ΑΕΠ θα στηριχθεί, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, στη μεγέθυνση της τελικής ζήτησης, η οποία τροφοδοτείται από τις αυξημένες ροές κοινοτικών πόρων και τις επενδυτικές δαπάνες που σχετίζονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Θετική, τέλος, εκτιμάται και η συμβολή της κατανάλωσης, η οποία προβλέπεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνει με σχετικώς ταχείς ρυθμούς. Η πρόβλεψη όμως αυτή για το ΑΕΠ υπόκειται σε αβεβαιότητες που εντοπίζονται κυρίως στους ακόλουθους παράγοντες:

– Στην πορεία της παγκόσμιας αλλά κυρίως της ευρωπαϊκής οικονομίας.

– Στην πορεία των διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιούνται στην ελληνική οικονομία.

– Στις επιχειρηματικές επενδύσεις -πλην των κατασκευών- οι οποίες είναι ενδεχόμενο να επιβραδυνθούν, επηρεαζόμενες από την επιδείνωση του κλίματος των τελευταίων μηνών.

– Στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία υπήρξε τα τέσσερα τελευταία χρόνια ένας ισχυρός παράγων μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Το 2003 είναι ενδεχόμενο να αποδυναμωθούν κάποιοι από τους παράγοντες που συντήρησαν υψηλούς ρυθμούς καταναλωτικής επέκτασης τα τελευταία χρόνια και τελικώς η αύξηση να είναι βραδύτερη.

– Στην παραγωγή, καθώς υπάρχουν ήδη ενδείξεις επιβράδυνσής της τόσο στη μεταποίηση όσο και στις υπηρεσίες.

Μετά την επιβράδυνση της ανόδου το 2002, η βιομηχανική παραγωγή τους πρώτους 4 μήνες του 2003 παρουσίασε συνεχή μείωση. Τον Μάιο, ωστόσο, φαίνεται ότι ανακόπτεται η πτώση και βελτιώνεται το κλίμα. Η βελτίωση προήλθε κυρίως από τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις που διατυπώνουν οι επιχειρήσεις για την παραγωγή και τις πωλήσεις τους 3-4 προσεχείς μήνες. Αν η αισιοδοξία του Μαΐου διατηρηθεί και τον Ιούνιο, είναι βάσιμο να προβλεφθεί ότι τους επόμενους μήνες θα ανακοπεί η πτωτική πορεία της βιομηχανικής δραστηριότητας.

Κατά την περίοδο 1999-2002 η κατασκευαστική δραστηριότητα κινείται με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ανώτερους του συνόλου του δευτερογενούς τομέα, Το 2002 το προϊόν της κατασκευαστικής δραστηριότητας αυξήθηκε με ρυθμό 9,7%, ταχύτερα απ’ ό,τι το 2001.

Η ανοδική πορεία των κατασκευών τροφοδοτήθηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες αφενός και την αυξημένη ζήτηση κατοικιών αφετέρου. Το 2002 οι επενδύσεις σε κατασκευές αυξήθηκαν κατά 8,2% συμβάλλοντας καθοριστικά στην άνοδο του συνόλου των επενδύσεων. Παράλληλα η μείωση των επιτοκίων στεγαστικών δανείων ενίσχυσε τη ζήτηση για επενδύσεις σε κατοικίες, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις το 2002 να αυξηθούν με ρυθμό υπερδιπλάσιο εκείνου του 2001. Η τάση αυτή αναμένεται να διατηρηθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω κατά το 2003. Οι κατασκευές θα αποτελέσουν και το τρέχον έτος ισχυρό παράγοντα διεύρυνσης του ΑΕΠ.

Η ανατίμηση του ευρώ

Η σημαντικότερη εξέλιξη στο διεθνές οικονομικό σύστημα το τελευταίο διάστημα ήταν η υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ αλλά και το γιεν. Η ανατίμηση του ευρώ αφενός περιορίζει την ανάπτυξη των εξαγωγών, αφετέρου όμως ενισχύει την εγχώρια ζήτηση λόγω χαμηλών τιμών των εισαγόμενων προϊόντων. Συγχρόνως, ενισχύει την πρωτοβουλία μείωσης των επιτοκίων, στον βαθμό που η νομισματική πολιτική συνδυασθεί με την πτωτική τάση του πληθωρισμού. Η πρόσφατη ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, οι οποίοι αν συνεκτιμηθούν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εάν η ανατίμηση οφείλεται στην αντιστροφή της ροής του κεφαλαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρωζώνη, η επίπτωση των νέων επιπέδων του ευρώ έναντι του δολαρίου είναι πιθανό να έχει θετικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.